Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΑ. Show all posts

Tuesday, October 29, 2013

Βυζαντίου Εντρύφησιc



Την Παρασκευή, ή, το αργότερο Δευτέρα κυκλοφορεί το βιβλίο μου ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΕΝΤΡΥΦΗΣΙC. Πρόκειται για μία περιδιάβαση στον Βυζαντινό κόσμο μέσα από την εξέταση διαφόρων όψεων του Βυζαντίου. 

Συγκεκριμένα, το βιβλίο ξεκινά με μία χρονολόγηση των κυριωτέρων (όχι όλων) χρονικών σταθμών της Βυζαντινής Ιστορίας. Στη συνέχεια εξετάζουμε τη Νομοθεσία, την αυτοκρατορική εξουσία, την τέχνη των φορητών εικόνων και των Εικονογραφημένων Χειρογράφων, τη Μουσική, τις Αιρετικές διδασκαλίες συν την Εικονομαχία (από πολιτική άποψη), την Ελληνικότητα του Βυζαντίου (κάτι μου λέει πως θα είναι το πλέον πολυδιαβασμένο κεφάλαιο), τις σχέσεις επιγαμίας ως διπλωματικό όπλο και τελειώνει με μία Μελέτη Περίπτωσης ως προς το Δίκαιον του ισχυροτέρου. Επελέγη η αποστολή του Λιουτπράνδου της Κρεμώνας στον Νικηφόρο Φωκά.

Το βιβλίο αριθμεί περί τις 163 σελίδες. Οι φωτογραφίες είναι ασπρόμαυρες για να είναι πιο χαμηλό το κόστος. Γενικά θα είναι σε προσιτή τιμή. Είναι από τις εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ.


Κτησίβιος Αλεξανδρεύς

Wednesday, March 27, 2013

Οι παθογένειες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας



Στέκομαι κριτικά προς το δημοκρατικό πολίτευμα διότι διαφωνώ με εκείνους που το θεωρούν ως το καλλίτερο. Ειδικά για τους τους Έλληνες, πιστεύω ότι δεν ενδείκνυται η Δημοκρατία, καίτοι την επινόησαν. Γενικά, εις την ανθρώπινην φύσιν ο όχλος είναι κακός σύμβουλος, έτι περαιτέρωι στους Έλληνας. Ως λαός έχουμε την τάσιν να παθιαζόμεθα εύκολα από την εύκολη και ανέξοδη ρητορεία. Στη σημερινή εποχή, το ρόλο αυτό τον έχει αναλάβει η αριστερά` Στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία οι Δημαγωγοί. Τα όσα εγκωμιαστικά έχουν γραφτεί, κατά καιρούς, για το μεγαλειώδες επίτευγμα της κατακτήσεως της Δημοκρατίας, στην οποία άρχουν οι πολλοί, προσωπικά τα θεωρώ ως τους απαραίτητους αστικούς μύθους που οδηγούν στον αποπροσανατολισμό από την πραγματικότητα, η οποία δείχνει άλλα πράγματα.

Κατά τον 5ο π.Χ αιώνα, αι Αθήναι ευτύχησαν να κυβερνηθούν από μία σειρά προσωπικοτήτων, που όμοιά της δεν υπήρξε ποτέ -με τέτοια συχνότητα- στην ανθρώπινη ιστορία. Αρχής γενομένης του Μιλτιάδους, ο οποίος ωδήγησε στον Θρίαμβο του Μαραθώνος, έπειτα του οξυδερκούς Θεμιστοκλή που διέγνωσε ορθώς ότι όστις κατέχει τις θάλασσες κατισχύει των αντιπάλων του "Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος". Έπειτα του Κίμωνος, και, τέλος, του Περικλέους (ενός ανδρός αρχή). Αν εξαιρεθεί ο εξαιρετικών δυνατοτήτων Αλκιβιάδης, ο οποίος, όμως, ήτο δέσμιος των παθών του, πέραν των παραπάνω εκπληκτικών ανδρών, ουδείς υπήρξε. Μετά το θάνατο του Περικλέους παρατήρουμε μία ατέρμονη προσπάθεια δημαγωγών τε και δημοσίων συκοφαντών που κυριαρχούν στον Αθηναϊκό Δήμο.

Η Δημοκρατία αποτέλεσε πράγματι ένα μοναδικό φαινόμενο στον αρχαίο κόσμο. Ως προϊόν της ανθρωπίνου νοήσεως ασφαλώς και δεν ήτο τέλειο. Παρουσίαζε ορισμένα ελαττώματα. Ειδικά η ανεξέλεγκτη εξουσία η οποία παρείχετο στην Εκκλησία του Δήμου επέφερε πολλά δεινά στην πόλη των Αθηνών.

Ο Γκυστάβ Λε Μπον στο θαυμάσιο πόνημά του: "Ψυχολογία των Μαζών" έχει εντοπίσει επακριβώς την παθολογία της "Μάζας", η οποία δύναται να καθοδηγηθεί ακόμη και από άτομα των οποίων το μοναδικό προσόν είναι μια επιδέξια -λαϊκίστικη θα λέγαμε- ρητορεία. Ο Λε Μπον απέδειξε ότι η μάζα δεν αποτελείται απλά από το επί μέρους σύνολο ξεχωριστών οντοτήτων. Τουναντίον, τα άτομα εντός μιας οποιασδήποτε πληθυσμιακής Μάζης συγχωνεύονται σε μία ενιαία οντότητα από πλευράς σκέψης και συναισθήματος. Κατά συνέπεια, αυτός ο εξισωτισμός οδηγεί σε εξαφάνιση της αντιληπτικής ικανότητας και της κριτικής σκέψης, οδηγώντας τα άλλοτε ανεξάρτητα άτομα προς τα κάτω.

Το ίδιο συνέβη και με τη συσσώρευση υπερβολικών εξουσιών στην Εκκλησία του Δήμου των Αθηναίων πολιτών. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να οδηγηθεί το υπέρτατο Αθηναϊκό πολιτειακό όργανο σε λάθος αποφάσεις. Όπερ και εγένετο. Στην Αθήνα του 5ου π.Χ αιώνος το πλήθος έδειξε ανωριμότητα και ευκολοπιστία στην επίδραση της ολοένα και πιο επιτηδευμένης, άρα και επικίνδυνης ρητορείας ορισμένων επιδεξίων αγορευτών. Οι τελευταίοι αποσκοπούσαν, κατά βάσιν, στην προσωπική τους ανάδειξη και προβολή. Δυστυχώς, είχαν και τα κατάληλλα λεκτικά εχέγγυα ώστε να πείσουν ένα κυριολεκτικά υπνωτισμένο πλήθος.

Τέτοια ολέθρια παραδείγματα είναι η καταδίκη των Αθηναίων στρατηγών μετά τη νικηφόρα για την πόλη των Αθηνών ναυμαχία των Αργινουσών κατόπιν των καταγγελιών ανευθύνων δημαγωγών (Θηραμένης), καθώς και του Κλέωνος του Δημαγωγού, καίτοι λοιδωρήθηκε τα μάλλα από τον Αριστοφάνη. Ο Κλέων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, λαϊκιστή θα λέγαμε τη σήμερον, πολιτικού αν και όχι το σπουδαιότερο. Τα σκήπτρα σε αυτόν τον τομέα τα κρατά ο Αλκιβιάδης ο οποίος έπεισε τους Αθηναίους -ερχόμενος σε αντίθεση με την τακτική του Περικλέους στο να μην αναλώνονται σε μακρινές εκστρατείες αι Αθήναι- να αναλάβουν να φέρουν εις πέρας την παρακινδυνευμένη, και καταστροφική (εκ του αποτελέσματος) Σικελική εκστρατεία.

Βεβαίως, η περίπτωση του Αλκιβιάδους δεν είναι τόσο απλή, όσο και αν φαίνεται έτσι επιφανειακά. Πρόκειται για μία ικανότατη και πολυτάλαντη προσωπικότητα, την οποία εάν είχαν μυαλό οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν στο έπακρο ώστε να κερδίσουν ακόμη και τον πόλεμο. Αλλά, ας όψονται αι άφροναι και άνοαι βουλαί της αθηναϊκής Μάζης ή αλλοιώς όπως η ίδια παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική φράση του Θουκυδίδου: "όπως ο όχλος αγαπά να κάμνει", ο οποίος δεν είχε και την καλλίτερη άποψη για τις αντιδράσεις του πλήθους. Αλλά ο Αλκιβιάδης χρήζει ιδιαιτέρου εξετάσεως η οποία θα λάβει χώρα σε επόμενη δημοσίευση.

Εκτός των άλλων, η ανεύθυνη, δημαγωγικού τύπου ρητορική, ωδήγησε στην κατάχρηση του θεσμού του οστρακισμού. Μεγάλα ονόματα, θεμελιωτές της Αθηναϊκής ισχύος, όπως ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης ή ο Κίμων, έπεσαν θύματα των πολιτικών παιχνιδιών μεταξύ των δύο αντιμαχομένων παρατάξεων, των δημοκρατικών από την μία και των ολιγαρχικών από την άλλη. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ο εξοστρακισμός του Υπερβόλου το 417 π.χ, κατόπιν μυστικής συμφωνίας -συμπαιγνίας θα λέγαμε- μεταξύ του Αλκιβιάδους και του Νικία. Από το έτος αυτό, λοιπόν, παύει να ισχύει. Αι πολιτικαί διαμάχαι από εδώ και πέρα, θα βρουν πρόσφορο έδαφος στας αίθουσας των δικαστηρίων. Μέσω των κατηγοριών της "Εισαγγελίας" και της "Γραφής Παρανόμων" θα επιχειρηθεί η πολιτική εξόντωση των αντιπάλων. Η κατάσταση αυτή, βέβαια, θα ευνοηθεί και από το γεγονός ότι, αι ποιναί προς τους ίδιους οι οποίοι κίνησαν τους δικαστικούς αγώνας, στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί των αποδεικνύονταν αστήρικτοι και αβάσιμοι, ήταν πολύ μικραί. Εκείνη την εποχή είναι που θα αναδειχθούν οι περίφημοι ρήτορες του 4ου π.χ αιώνος, όπως ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης.

Ένας άλλος τομεύς, τώρα, στον οποίο το αθηναϊκό πλήθος της Εκκλησίας του Δήμου επίσης δεν τα πήγε καλά ήταν η εξωτερική πολιτική. Ο χειρισμός των εξωτερικών ζητημάτων γίνονταν με περισσή επιπολαιότητα. Αποτέλεσμα αυτής ήταν η αλαζονική συμπεριφορά προς τους συμμάχους, την οποία οι Αθηναίοι πλήρωσαν τελικά ακριβά. Όμως, το αποκορύφωμα, ή, αν θέλετε, το επιστέγασμα των λανθασμένων αξιολογήσεων από την χαμηλή ποιοτική στάθμη της Μάζας του αθηναϊκού λαού, ήταν η Σικελική εκστρατεία. Η απερίσκεπτη και εντελώς ανόητη ανάκληση του Αλκιβιάδους εν πλωι (έπειτα από την προβοκατόρικη ενέργεια των πολιτικών του αντιπάλων να βανδαλίσουν τις κεφαλές του Ερμού), είχε ως αποτέλεσμα την συντριβή του Αθηναϊκού Στόλου και Στρατού στη Σικελία.

Εν κατακλείδι, ο Δήμος, εκ της ιδιοσυστάσεώς του, κατάφερε πολλάκις να οδηγήσει τας Αθήνας σε μειονεκτική θέση. Αι καταστροφικαί αποφάσεις του ήταν εκείναι που στέρησαν τη νίκη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και επέφεραν την πολιτικοστρατιωτική παρακμή μια ώρα αρχύτερα. Η υπερβολική εκμετάλλευσις, των ίδιων των όπλων που παρείχε το πολίτευμα για την ασφάλειά του, όπως ο οστρακισμός και αργότερα οι δίκες από διάφορους τυχοδιώκτες, συκοφάντες, δημαγωγούς, ωδήγησε στα πρόθυρα της εξάντλησης το ίδιο το σύστημα διακυβερνήσεως. Αυτό το εγνώριζε άριστα, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Ισοκράτης. Τόσο η "Πολιτεία" και οι "Νόμοι", όσο και ο "Αρεοπαγιτκός" αποτελούν προτάσεις για τον επαναπροσδιορισμό της Αθηναίων Πολιτείας. Ειδικά ο Ισοκράτης ανέλυσε καίρια την ψυχοπαθολογία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και πρότεινε μέσα από τους Λόγους του την επιστροφή εις την "Πάτριον Πολιτείαν" ως τη μοναδική διέξοδο από το οχλοκρατικό αδιέξοδο του 4ου π.Χ αιώνος.

Κτησίβιος Αλεξανδρεύς

Friday, December 7, 2012

Οι αλλαγές στη ρωμαϊκή κοινωνία κατά τον 2ο π.Χ αιώνα μετά τη θεμελίωση του Ρωμαϊκού Imperium και η σύγκρισή τους με την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας

 
 
 
Σχόλιο: Να, λοιπόν, που υπάρχουν ιστορικές αντιστοιχίσεις με το σημερινό οικονομικό αδιέξοδο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, και, φυσικά, στην Ελλάδα` τηρουμένων των αναλογιών, φυσικά. 
 
 
Η καταστροφή της Μεσαίας Τάξεως

Οι ρωμαϊκές κατακτήσεις κατά τον 2ο π.Χ αιώνα επέφεραν βαθειά οικονομική, κοινωνική και πολιτική μεταβολή. Η ρωμαϊκή κοινωνία μεταλλάχθη σε μεγάλο βαθμό. Επειδή η Ιστορία κάνει κύκλους, οι ίδιες καταστάσεις, με αυτά που θα εξιστορηθούν, συμβαίνουν τη σημερινή εποχή στις δυτικές κοινωνίες, και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα. Ο θρίαμβος του οικονομικού φιλελευθερισμού σε βάρος του υπαρκτού σοσιαλισμού (αν και προδιαγεγραμμένος εκ των πραγμάτων, λόγωι του αδιεξόδου στο οποίο ωδηγήθηκε το κομμουνιστικό μοντέλο), καίτοι προοιώνιζε μία εποχή ανάπτυξης, εν τούτοις, είκοσι έτη μετά, ωδήγησε στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό ναυάγιο. Η κρίση που ξεκίνησε το 2008 είναι η βαθύτερη που βιώνουν οι αστικές κοινωνίες από την εποχή της βιομηχανικής επαναστάσεως. Έμπροσθεν της τωρινής κρίσης, εκείνη του 1929 φαντάζει παιδικό παραμύθι. Και τα χειρότερα δεν τα έχουμε δει ακόμη.
 
Για την Ελλάδα, ειδικώτερα, η Κρίση αποτέλεσε την ταφόπλακα της άφρονης μεταπολιτευτικής πρακτικής που ωδήγησε, αφενός μεν στην εκμηδένιση της παραγωγής, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές, αφετέρου δε μετάλλαξε την ελληνική νοοτροπία από δημιουργική σε παρασιτική-καταναλωτική. Αυτά που θα διαβάσουμε στη συνέχεια, αποδεικνύουν ότι έχουν συμβεί παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν. Δυστυχώς, η ιστορική μνήμη έχει καταστεί πλέον πολύ ρηχή και επιπόλαιη, γεγονός το οποίο μας οδηγεί στη διάπραξη των ίδιων λαθών. Όλβιος όστις Ιστορίης έσχε μάθησιν.

Αλλά, ας επανέλθουμε στην εξέταση εκείνης της εποχής.

Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι της ρωμαϊκής Res Publica είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή της μεσαίας τάξης. Όταν γράφουμε για μεσαία τάξη στη Ρώμη εννοούμε τους ιδιοκτήτες των μικρών κτημάτων εις την ύπαιθρον χώραν. Τους μεγάλους πολέμους διεξήγαγε, κυρίως, η μεσαία τάξις. Πολλοί έπεσαν στα πεδία των μαχών ή πέθαναν από τις κακουχίες και όσοι επανήλθαν, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη οικονομική θέση. Ο αγρός τους είχε μείνει ακαλλιέργητος, η οικογένειά τους είχε χρεωθεί για να συντηρηθεί, ενώ και οι ίδιοι άρχισαν να δανείζονται. Τότε ήταν που τους κατέστρεψε η τοκογλυφία. Συγχρόνως είχε καταντήσει αδύνατη η καλλιέργεια και η συντήρησις μικρών κτημάτων, από τη στιγμή, μάλιστα, που άνοιξαν οι μεγάλες σιταγορές της Σικελίας, της Σαρδηνίας, και, ιδίως, της Αφρικής. Η εισαγωγή άφθονων σιτηρών από εκείνες τις περιοχές συνετέλεσε στην ελαχιστοποίηση έως την παύση της παραγωγής αυτών στην Ιταλική χερσόνησο, καθόσον η υπερπροσφορά αυτή έριξε τις τιμές. Οι εισαγωγείς σιτέμποροι κυριάρχησαν στη ρωμαϊκή αγορά, εκτοπίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα προϊόντα των γηγενών μικροκαλλιεργητών, οι οποίοι, μετά από αυτή την εξέλιξη, αναγκάσθηκαν να πουλήσουν τα κτήματά τους, να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να μεταναστεύσουν στη Ρώμη (μήπως σας θυμίζει αυτό το γεγονός τη σημερινή κατάσταση με την εξαθλίωση των αγροτών, την εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου, τον συνωστισμό αυτών στα μεγάλα αστικά κέντρα, με τον παράλληλο κατακλυσμό της ελληνικής αγοράς από πάμφθηνα εισαγόμενα αγροτικά είδη, όπως πατάτες, κρεμμύδια, στάρι, λεμόνια, σκόρδα, κ.ά τα οποία διακινούν επιτήδειοι εισαγωγείς;).

Στη συνέχεια, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αγόρασαν τους αγρούς των μικροϊδιοκτητών, τα ένωσαν και σχημάτισαν τις μεγάλες ιδιοκτησίες, τα λεγόμενα latifundia. Στα κτήματα αυτά εγκατέστησαν δούλους, σταμάτησαν την καλλιέργεια δημητριακών, φύτευσαν αμπέλια και ελιές, επειδή την εποχή εκείνη ήταν περισσότερο προσοδοφόρα και ανέπτυξαν την κτηνοτροφία. Το αποτέλεσμα ήταν, αφενός μεν να ελαττωθεί στο μέγιστο η ιταλική παραγωγή δημητριακών, αφετέρου δε να αλλάξει η δημογραφική σύνθεσις της υπαίθρου (παρόμοια αντιστοίχησις με την εποχή μας όπου η αγροτική παραγωγή έχει συρρικνωθεί, ενώ ταυτόχρονα εργάζονται στα χωράφια, ως επί το πλείστον λαθρομετανάστες), διότι τη θέση των ρωμαίων καλλιεργητών να λάβουν δούλοι από την Ασία. Κατά συνέπεια, είχαν δίκιο εκείνοι που υποστήριζαν ότι τα μεγάλα κτήματα κατέστρεψαν τη Ρώμη (αυτό θα συμβεί, πολλούς αιώνες μετά με τους Δυνατούς στο Βυζάντιο).

Ανάλογη εξέλιξη έλαβε χώρα και στις πόλεις. Ενώ το εμπόριο και η βιομηχανία γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη, ταυτόχρονα οι ελεύθεροι μικροτεχνίτες καταστράφηκαν, γιατί δεν άντεχαν το συναγωνισμό των μεγάλων εργαστηρίων τα οποία χρησιμοποιούσαν, κυρίως, δούλους (το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα, αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όπου χρησιμοποιούνται είτε αφγανοπακιστανοί με φθηνά ή και ανασφάλιστα ημερομίσθια, είτε φθηνοί ανατολικοευρωπαίοι εργάτες, μάλιστα, για να το προχωρήσουμε περισσότερο, οι μεγαλοβιομήχανοι μεταφέρουν τις βιομηχανικές τους μονάδες είτε στην Ανατολική Ευρώπη, είτε στην Ασία για περαιτέρω περιορισμό τόσο των εργατικών, όσο και εν γένει του λειτουργικού κόστους). Τοιουτοτρόπως, αυτοί οι μικροτεχνίτες, όπως και οι μικροκαλλιεργητές πιο πάνω, οι οποίοι συνέθεταν τη μεσαία τάξη, τη ραχοκοκαλιά δηλαδή της ρωμαϊκής κοινωνίας, περιήλθαν σε μεγάλη ένδεια και κατήντησαν πένητες. Αυτό είχε σοβαρότατες συνέπειες.

Η ανάδυσις των νέων κοινωνικών τάξεων

Τα παραπάνω φαινόμενα είχαν ως αποτέλεσμα η κοινωνική ειρήνη και η ισότης, οι οποίες είχαν επιτευχθεί στη Ρώμη μετά από πλείστους όσους αγώνες των Πληβείων, να διαταραχθούν και να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κοινωνικό χάσμα που εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους για την ρωμαϊκή κοινωνική συνοχή. Κατά τον 2ο π.Χ αιώνα στη Ρώμη υπήρχαν δύο κοινωνικές τάξεις` Μία μειοψηφία πλουσίων και ένα πλήθος ακτημόνων και νεοπτώχων. Στην πρώτη ανήκουν οι Συγκλητικοί και οι Ιππείς, ενώ στη δεύτερη ο λεγόμενος Αστικός όχλος.

Ι. Οι Συγκλητικοί, της οποίας ο πλούτος συνίστατο, κυρίως, στη μεγάλη γαιοκτησία, έχουν ως αποκλειστικό έργο τη διακυβέρνηση του ρωμαϊκού κράτους. Από εκείνους εκλέγονται οι άρχοντες, οι οποίοι πολλές φορές είναι ανίκανοι ή κάνουν κακή χρήση της δύναμής τους, περιφρονούν τους νόμους, διαφθείρουν τη συνείδηση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων και δεν κυβερνούν σωστά τις επαρχίες.

ΙΙ. Οι Ιππείς είναι οι πλούσιοι του χρήματος. Στην ουσία πρόκειται για τους νεόπλουτους αστούς, οι οποίοι αντί των πολιτικών αξιωμάτων προτιμούν το εμπόριο, τις τραπεζικές εργασίες και τις προμήθειες στο δημόσιο (σημερινή αντιστοίχισις των νεόπλουτων, αριστερής κοπής, αποκλειστικών δημοσίων εργολάβων οι οποίοι δήθεν κόπτονται για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα). Εμπορεύονται κυρίως τα σιτηρά, τα οποία εισάγουν σε μεγάλες ποσότητες από την Αίγυπτο και τη Σικελία, ενώ συγχρόνως επιδίδονται στην τοκογλυφία. Η βασικότερη, όμως, πηγή του πλούτου τους προέρχεται από τις προμήθειες του δημοσίου (αντιστοιχήστε τους σημερινούς διαγωνισμούς για τα μεγάλα δημόσια έργα και την τροφοδοσία των δημοσίων υπηρεσιών), καθώς και από την ενοικίασιν των φόρων. Είναι δηλαδή Δημοσιώναι (φέρτε στο νου σας την ανάθεσιν των χρονιζόντων φορολογικών υποθέσεων σε διεθνή και σε ελληνικά δικηγορικά γραφεία, σε διεθνείς ή ελληνικές ελεγκτικές και λογιστικές εταιρείες με αμοιβή επί των βεβαιωμένων). Οι ιππείς καταρτίζουν εταιρικά σχήματα, μέσω των οποίων αναλαμβάνουν την κατασκευή δημοσίων έργων. Επιπλέον, προμηθεύουν τον εξοπλισμό του ρωμαϊκού στρατού, και, το κυριώτερο, ενοικιάζουν τους φόρους. Αγοράζουν δηλαδή από την πολιτείαν τους φόρους μεγάλων περιφερειών, προκαταβάλλουν το αντίτιμο εις το δημόσιον και μετά τους πωλούν τμηματικώς στις επαρχίες σε μικρότερους ιδιώτες-επιχειρηματίες, τους λεγόμενους και Τελώνες. Εκείνοι, με τη σειρά τους, επιδίδονται στην είσπραξη αυτών των φόρων χρησιμοποιώντας σκληρά και απάνθρωπα μέσα. 

Συνεπώς, από τη μία μεριά τα μέλη της Συγκλήτου ως κυβερνήτες της Res publica, και από την άλλη οι Ιππείς είτε με την επιχειρηματική ιδιότητα, είτε, προπάντων, με την ιδιότητά τους ως δημοσιώνες, ρήμαξαν τις επαρχίες και κατήντησαν αληθινή πληγή.

ΙΙΙ. Εκτός, όμως, της τάξης των συγκλητικών και των ιππέων, το μεγαλύτερο κομμάτι της ρωμαϊκής κοινωνίας αποτελούσε ο Αστικός όχλος. Η θέσις όλων εκείνων που συγκροτούσαν αυτό το τεράστιο πλήθος είναι τραγική. Αδυνατούν να βρουν εργασία, διότι στα κτήματα και στα μεγάλα εργαστήρια προτιμώνται οι δούλοι (η σημερινή ανεργία των Ελλήνων, εκτός των τραγικών κυβερνητικών επιλογών και της διάχυσης μιας μεταλλαγμένης αντιπαραγωγικής νοοτροπίας, οφείλεται, σε μεγάλο ποσοστό, στην παράνομη απασχόληση φθηνών αλλοδαπών εργατικών χεριών). Ο κόσμος αυτός διαβιεί κάτω από δύσκολες συνθήκες σε μικρές και ανθυγιεινές κατοικίες, ενώ παράλληλα εξαρτώνται από τον οίκτο της πολιτείας και των πλουσίων, οι οποίοι, ενίοτε, προβαίνουν σε προσφορά ενδύσεως και τροφίμων, με σκοπό να τους πάρουν με το μέρος τους (όρα τις φιλανθρωπίες των σημερινών μεγιστάνων, οι οποίοι πετούν ορισμένα ψίχουλα με σκοπό να εξωραΐσουν την εικόνα τους στο ευρύ κοινό)

Επιπρόσθετα, και αυτό είναι το μεγάλο δράμα, για ένα πιάτο φαγητό η μάζα των νεοπτώχων προβαίνει στην πώληση της ψήφου των στις εκλογές. Το μόνον που τους έχει απομείνει είναι ο τίτλος του Ρωμαίου Πολίτου, τα μεγάλα θεάματα και οι διάφορες γιορτές (ας αναλογιστούμε τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας με την αγορά ψήφων μέσωι ρουσφετολογικών προσλήψεων στο δημόσιο ή διαφόρων διευκολύνσεων, την αποχαύνωση του φιλοθεάμονος κοινού με άξονα τη ρηχή διασκέδαση, την trash tv, την αποκτήνωση των νέων με το άφθονο αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τον αχαλίνωτο και ανεξέλεγκτο ηδονισμό, απότοκο του οποίου είναι η εμφάνιση ιδιορρύθμων μειοψηφιών με ιδιαίτερους σεξουαλικούς προσανατολισμούς, την ασύδοτη δήθεν ελευθεριακή κουλτούρα και την αποδοχή του δυτικού μαζικού καταναλωτικού προτύπου υποπροϊόντων της δυτικής υποκουλτούρας).
 
Κτησίβιος Αλεξανδρεύς 

Wednesday, November 14, 2012

Η αποστολή του Λιουτπράνδου, επισκόπου της Κρεμώνας στην Κωνσταντινούπολη



Ένα ακόμη δείγμα της εφαρμογής της θελήσεως του ισχυροτέρου, όπως μας την καθόρισε ο Θουκυδίδης. Εκείνη την εποχή στη θέση του ισχυρού ήταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο επικεφαλής αυτής Βυζαντινός αυτοκράτωρ. Περασμένα μεγαλεία, όχι όμως για σπαραξικάρδιες διηγήσεις, αλλά για οδηγό προς το μέλλον.  Την Ιστορία την κυβερνά το απρόβλεπτο, οπότε θα πρέπει να είμεθα έτοιμοι διά παν ενδεχόμενο. Όπως απωλέσαμε την οικουμενική πρωτοκαθεδρία, δεν αποκλείεται να την κατακτήσουμε ξανά. Αρκεί να έχουμε προνοήσει. Να βάλλουμε το μυαλό μας να δουλέψει ξανά ώστε να παράγουμε εκ νέου ισχύ και πολιτισμό. Η μεμψιμοιρία και η γκρίνια δεν μας ταιριάζουν` ούτε, επίσης, το αραλίκι και η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Τιμή και δόξα λοιπόν στον Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος τσαλαπάτησε την γερμανική υπεροψία.

Τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ Λιουτπράνδου και Βυζαντινών στην Κωνσταντινούπολη

Ο Όθων ο Α’ κατόρθωσε περί τα μέσα του 10ου αιώνος να συνενώσει υπό το σκήπτρο του την κεντρική Ευρώπη. Εμφανίζονταν ως συνεχιστής του Καρλομάγνου, επιθυμώντας να ενώσει ολόκληρη τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη υπό τη γερμανική επικυριαρχία. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούσε  να αποκαταστήσει τη δυτική αυτοκρατορία του Καρλομάγνου που είχε διασπαστεί μετά το θάνατό του. 
Όμως, για να κατοχυρώσει τον τίτλο του θα έπρεπε να έχει την αναγνώριση  του αυτοκράτορος του Βυζαντίου. Ακόμη περισσότερο, αν κατάφερνε να συνδεθεί εξ αγχιστείας με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια, τότε η αναγνώρισή του δεν θα επεδέχετο αμφισβητήσεως. Για τους λόγους αυτούς αποφάσισε να στείλει στον τότε βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά περί το 968 μία αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον επίσκοπο της Κρεμώνας Λιουτπράνδο, ο οποίος ήταν ελληνομαθής, πολύ καλός γνώστης του βυζαντινού τρόπου ζωής και της εν γένει βυζαντινής κοσμοθέασης.
Το θέμα που μονοπώλησε τις συζητήσεις ήταν η φύση του αυτοκρατορικού αξιώματος. Οι αιτιάσεις των Βυζαντινών επικεντρώνονταν στη νομιμοποίηση της Κωνσταντινουπόλεως ως τη Νέα Ρώμη, από τη στιγμή που μεταφέρθηκε εκεί η πρωτεύουσα της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Παλαιά Ρώμη με απόφαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Κατά συνέπεια η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτελεί πλέον τη μοναδική αυτοκρατορία. Η παραπάνω απάντηση των Βυζαντινών διπλωματών στον Λιουτπράνδο εμπεριέχει μία επιδέξια μεταχείριση απέναντι στο παπικό κατασκεύασμα της «Κωνσταντίνειας Δωρεάς». 
Εδώ, όμως, να σημειώσουμε ότι το ζήτημα της Κωνσταντινείου Δωρεάς ήταν μία κατασκευή της Δυτικής Εκκλησίας που αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνον στην πρωτοκαθεδρία της έναντι του πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Η χρησιμοποίηση αυτού του επιχειρήματος από τους Βυζαντινούς με σκοπό να υποστηρίξουν την μοναδικότητα της αυτοκρατορίας τους, μπορεί να τους έδινε το πλεονέκτημα έναντι του Λιουτπράνδου, και κατ’ επέκταση έναντι του Όθωνος, δημιουργούσε όμως  εκ νέου ερωτηματικά ως προς το αν το Πατριαρχείο της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) εξακολουθούσε να έχει τα πρωτεία. 
Επανερχόμενοι, τώρα, στην αντιπαράθεση των επιχειρημάτων εκατέρωθεν, οι βυζαντινοί αντιπρόσωποι ισχυρίζονται ότι η Ρώμη τελεί υπό την  κατάληψη των Λογγοβάρδων, οι οποίοι δεν είναι Ρωμαίοι. Επίσης, οι ίδιοι, προσπαθώντας να προφυλάξουν το κύρος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (πιθανότατα να αντιλήφθηκαν ότι το αντεπιχείρημά τους που στηρίχθηκε στην Κωνσταντίνειο Δωρεά υποβίβαζε την Ανατολική Εκκλησία), προτάσσουν τη μεγάλη παράδοση της Εκκλησίας τους που έχει συγκαλέσει και τις επτά οικουμενικές συνόδους με την εντολή του βυζαντινού αυτοκράτορα. Θεωρούν, δηλαδή, ότι οι δυτικοί είναι νέοι στη χριστιανική πίστη και στερούνται του απαραίτητου βάθους στην χριστιανική παράδοση. Τέλος, η ερμηνεία που δίδουν σε ορισμένα προφητικά κείμενα, που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, προεξοφλεί την τελική επικράτηση του Βυζαντινού αυτοκράτορα.
Ο Λιουτπράνδος, από την πλευρά του, αντέταξε στη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα το αυτοκρατορικό καθήκον της προστασίας της πρώτης τη τάξει Εκκλησίας –όπως ισχυρίζονταν οι Παπικοί- εκείνης της Ρώμης. Θεωρούσε ότι ο Όθων ήταν εκείνος ο οποίος εξεπλήρωσε στο ακέραιο την αποστολή του, όταν ζήτησε την αρωγή του ο Πάπας, σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, οι οποίοι εδώ και πολύ καιρό δεν εκπληρώνουν τις αυτοκρατορικές τους υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια θεωρούνται αυτοκράτορες μόνον κατ’ όνομα.
Επιπρόσθετα, κατηγορεί το Βυζάντιο ότι δεν τηρεί τη ρωμαϊκή παράδοση (ήθη, έθιμα, λατινική γλώσσα) και βρίσκεται μακριά από εκείνα τα οποία επιτάσσει αυτή. Ακόμη, το γεγονός ότι δεν συγκαλούνται σύνοδοι στη Δύση αποδεικνύει ότι εκεί τηρούν τις χριστιανικές διδαχές και δεν παρεκκλίνουν σε αιρετικά κηρύγματα.  Επιπλέον, αντικρούει τις ερμηνείες των Βυζαντινών σχετικά με τις προφητείες που κυκλοφορούν με το να υποστηρίζει ότι αναφέρονται στην τελική νίκη του Δυτικού αυτοκράτορα (και όχι του βυζαντινού), ο οποίος πρεσβεύει το Δίκαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λιουτπράνδος αποκαλεί τον Όθωνα τον Α’ με το προσωνύμιο: Imperator Romanorum (Αυτοκράτωρ Ρωμαίων), ενώ την ίδια στιγμή ονομάζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως: Imperatore Grecorum ή Argivorum (Αυτοκράτορα Ελλήνων ή Αργείων).
Αναφορικά, τώρα, με την πρόθεση του Όθωνα να παντρέψει τον γιο του με βυζαντινή πριγκίπισσα, ώστε να δώσει την απαραίτητη αίγλη στον τίτλο του, οι εκπρόσωποι του Βυζαντίου είναι κάθετοι. Δεν συζητούν καν για έναν γάμο πορφυρογέννητης πριγκίπισσας με έναν ρήγα (βασιλιά) της Δύσης.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι με το παραπάνω διαμορφούμενο κλίμα ήταν αδύνατο να υπάρξει σύγκλιση απόψεων, έστω σε κάποια θέματα. Πολλώ δε μάλλον όταν ο Λιουτπράνδος επέλεξε, τελικά, να υποστηρίξει την αυτοκρατορική ιδέα του Πάπα η οποία έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα. Αναμφίβολα με τη στάση του αυτή δεν εξυπηρέτησε τα σχέδια του Όθωνα, για λογαριασμό του οποίου μετέβει στην Κωνσταντινούπολη. Θεωρώ οξύμωρο το γεγονός ότι από τη στιγμή που έχει ως αποστολή να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του Όθωνα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, την ίδια στιγμή να επιχειρεί να τον υποβιβάσει. Ε, τότε από ποιον να αποσπάσει ο Όθωνας την κατοχύρωσή του ως αυτοκράτορας στη Δύση; Από έναν υποδεέστερο; 
Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εκείνη την εποχή (επί Μακεδονικής Δυναστείας) η Βυζαντινή αυτοκρατορία ανακτούσε συνεχώς ισχύ, οπότε μιλούσε σαφώς από θέση ισχύος και όχι αδυναμίας, επομένως θα είχε έναν επιπλέον λόγο ο Λιουτπράνδος να είναι περισσότερο προσεκτικός. Άλλωστε, η απάντηση του Νικηφόρου Φωκά στις προκλήσεις του αναιδούς επισκόπου είναι αφοπλιστική, όπως ο ίδιος την περιγράφει στο περίφημο Relatio του που είναι ένα λιβελλογράφημα κατά των Βυζαντινών: «Εγώ ελέγχω τις θάλασσες και μπορώ να επιτεθώ και να μετατρέψω σε στάχτες τις παράλιες και παραποτάμιες πόλεις του βασιλιά σου, ξεσηκώνοντας τα έθνη εναντίον του.»
Ακολουθεί η αναφορά του Λιουτπράνδου. Το κείμενο είναι εις την Αγγλικήν:
 
Liutprand of Cremona: Report of his Mission to Constantinople
Introduction [From Henderson translation] 
Note: 
We first hear of Liutprand at the court of Berengar and Willa, who, in the middle of the tenth century, ruled over northern Italy. Becoming estranged from his royal patrons he wrote against them the Antapodosis, or book of retribution, which is one of our most valued historical sources for those times. In 963 Liutprand was envoy of Otto the Great to the shameless Pope John XII, and wrote the only connected account which we have of the latter's condemnation and deposition. 
The journey to Constantinople took place in 968. Otto had, in his efforts to bring Italy into his power, come into collision with the Greeks, who regarded Benevento and Capua as belonging to the provinces of the Eastern Empire. Otto went so far as to occupy Apulia and to besiege the Greek town of Bari, but soon came to the conclusion that more was to be gained by negotiations than by war. Liutprand, now Bishop of Cremona, advised peace, and suggested that a Greek princess should be sought in marriage for the young emperor Otto II, who had commenced to reign, conjointly with his father. It was upon the princess Theophano that the hopes of the emperor were fixed, and it was thought that Nicephorus would give Apulia and Calabria as her dowry. It was to arrange this matter that Liutprand, accompanied by a large suite, went to Constantinople. The reception that he met with will be explained in his own words. 


TEXT: 
Liutprand bishop of the holy church of Cremona desires, wishes and prays that the Ottos, the unconquerable emperors of the Romans, and the most glorious Adelaide flourish, prosper and be triumphant. 
1. Why it was that you did not receive my former letters or my envoy the following explanation will make clear. On the day before the Nones of June (June 4) we came to Constantinople, and there, as a mark of disrespect to yourselves, being shamefully received, we were harshly and shamefully treated. We were shut up in a palace large enough, indeed, but uncovered, neither keeping out the cold nor warding off the heat. Armed soldiers were made to stand guard who were to prevent all of my companions from going out and all others from coming in. This dwelling, into which we alone who were shut up could pass, was so far removed from the palace that our breath was taken away when we walked there--we did not ride. To add to our calamity the Greek wine, on account of being mixed with pitch, resin, and plaster was to us undrinkable. The house itself was without water, nor could we even for money buy water to still our thirst. To this great torment was added another torment--our warden namely, who cared for our daily support. If one were to look for his like, not earth. but perhaps hell, would furnish it; for he, like an inundating torrent, poured forth on us whatever calamity, whatever plunder, whatever expense, whatever torment, whatever misery he could invent.--Nor among a hundred and twenty days did a single one pass without bringing us groaning and grief. 
2. On the day before the Nones of June (June 4), as stated above, we arrived at Constantinople before the Carian gate and waited with our horses, in no slight rain, until the eleventh hour. But at the eleventh hour, Nicephorus, not regarding us, who had been so distinguished by you as worthy to ride, ordered us to approach; and we were led to the aforesaid hated, waterless, open marble house. But on the eighth day before the Ides (June 6), on the Saturday before Pentecost, I was led into the presence of his brother Leo, the marshal of the court, and chancellor; and there we wearied ourselves out in a great discussion concerning your imperial title. For he called you not emperor, which is Basileus in his tongue, but, to insult you, Rex, which is king in ours. And when I told him that the thing signified was the same although the terms used to signify it, were different, he said that I had come not to make peace but to excite discord; and thus angrily rising he received your letters, truly insultingly, not in his own band, but through an interpreter. He was a man commanding enough in person but feigning humility; whereon if a man lean, it will go into his hand and pierce it..' 
3. On the seventh day before the Ides (June 7), moreover, on the sacred day - of Pentecost itself, in the palace which is called the crown hall, I was led before Nicephorus--a monstrosity of a man, a pygmy, fat-headed and like a mole as to the smallness of his eyes; disgusting with his short, broad, thick, and half hoary beard; disgraced by a neck an inch long; very bristly through the length and thickness of his hair; in color an Ethiopian; one whom it would not be pleasant to meet in the middle of the night; with extensive belly, lean of loin, very long of hip considering his short stature, small of shank, proportionate as to his heels and feet; clad in a garment costly but too old, and foul-smelling and faded through age; shod with Sicyonian shoes; bold of tongue, a fox by nature, in perjury, and lying a Ulysses. Always my lords and august emperors you seemed to me shapely, how much more shapely after this! Always magnificent, how much more magnificent after this! Always powerful, how much more powerful after this! Always gentle, how much more gentle henceforth! Always full of virtues, how much fuller henceforth. At his left, not in a line but far below, sat two petty emperors, once his masters, now his subjects. His discourse began as follows: 
4. "It would have been right for us, nay, we had wished to receive you kindly and with honor; but the impiety of your master does not permit it since, invading it as an enemy, he has claimed for himself Rome; has taken away, from Berengar and Adalbert their kingdom, contrary to law and right; has slain some of the Romans by the sword, others by hanging, depriving some of their eyes, sending others into exile ; and has tried, moreover, to subject to himself by slaughter or by flame cities of our empire. And, because his wicked endeavour could not take effect, he now has sent you, the instigator and furtherer of this wickedness, to act as a spy upon us while simulating peace." 
5. I answered him: "My master did not by force or tyrannically invade the city of Rome; but he freed it from a tyrant, nay, from the yoke of tyrants. Did not the slaves of women rule over it; or, which is worse and more disgraceful, harlots themselves? Your power, I fancy, or that of your predecessors, who in name alone are called emperors of the Romans and are it not in reality, was sleeping at that time. If they were powerful, if emperors of the Romans, why did they permit Rome to be in the hands of harlots? Were not some of them most holy popes banished, others so oppressed that they were not able to have their daily supplies or the means of giving alms? Did not Adalbert send scornful letters to the emperors Romanus and Constantine your predecessors? Did he not plunder the churches of the most holy apostles? What one of you emperors, led by zeal for God, took care to avenge so unworthy a crime and to bring back the holy church to its proper conditions You neglected it, my master did not neglect it. For, rising from the ends of the earth and coming to Rome, he removed the impious and gave back to the vicars of the holy apostles their power and all their honor, But afterwards those who had risen against him and the lord pope, according to the decrees of the Roman emperors Justinian, Valentinian, Theodosius and the others he slew, strangled, hung, and sent into exile as violators of their oath, as sacrilegious men, as torturers and plunderers of their lords the popes. Had he not done so he would have been impious, unjust, cruel a tyrant. It is well known that Berengar and Adalbert, becoming his vassals, had received the kingdom of Italy with a golden scepter from his hand, and that they, taking an oath, promised fealty in the presence of servants of yours who still live and are at present in this city. And because, at the devil's instigation they perfidously violated this promise, he justly deprived them as deserters and rebels against himself, of their kingdom. You yourself would do the same to those who had been your subjects, and who afterwards rebelled." 
6. "But Adalbert's vassal," he said, "does not acknowledge this". I answered him: "If he denies it one of my suite shall, at your command, show by a duel tomorrow that it is so". "Well" he said, "he may, as you say, have done this justly. Explain now why with war and flame he attacked the boundaries of our empire. We were friends, and were expecting, by means of a marriage, to enter into an indissoluble union". 
7. "The Land", I answered, "which you say belongs to your empire belongs, as the nationality and language of the people proves, to the kingdom of Italy. The Lombards held it in their power, and Louis, the emperor of the Lombards, or Franks, freed it from the hand of the Saracens, many of them being cut down. But also Landolph, prince of Benevento and Capua, subjugated and held it in his power for seven years. Nor would it until now have passed from the yoke of his servitude or that of his successors, had not the emperor Romanus, giving an immense sum of money, bought the friendship of our king Hugo. And it was for this reason that he joined in a marriage to his nephew and namesake the bastard daughter of this same king of ours, Hugo, And, as I see, you ascribe it not to kindness but to weakness that, after acquiring Italy and Rome, he left it to you for so many years. The bond of friendship, however, which you did wish, as you say, to form through marriage, we look on as a wile and a snare: you do demand a trace, which the condition of affairs neither compels you to demand nor us to grant. But, in order that now all deceit may be laid bare and the truth not be bidden, my master (Otto) has sent me to you, so that if you are willing to give the daughter of the emperor Romanus and of the empress Theophano to my master his son, Otto the august emperor, you may affirm this to me with an oath; whereupon I will affirm by an oath that, in return for such favors, he will observe and do to you this and this. But already my master his given to you, as to his brother, the best pledge of his friendship in restoring to you, by my intervention, at whose suggestion you declare this evil to have been done, all Apulia which was subject to his sway. Of which thing there are as many witnesses as there are inhabitants in all Apulia." 
8. "The second hour," said Nicephorus, is already past. The solemn procession to the church is about to take place. Let us now do what the hour demands. At a convenient time we will reply to what you have said." 
9. May nothing keep me from describing this procession, and my masters from hearing about it! A numerous multitude of tradesmen and low-born persons, collected at this festival to receive and to do honor to Nicephorus, occupied both sides of the road from the palace to St. Sophia like walls, being disfigured by quite thin little shields and wretched spears. And it served to increase this disfigurement that the greater part of this same crowd in his (Nicephorus') honor, had marched with bare feet. I believe that they thought in this way better to adorn that holy procession. But also his nobles who passed with him through the plebeian and barefoot multitude were clad in tunics which were too large, and which were torn through too great age. It would have been much more suitable had they marched in their everyday clothes. There was no one whose grandfather had owned one of these garments when it was new. No one there was adorned with gold, no one with gems, save Nicephorus alone, whom the imperial adornments, bought and prepared for the persons of his ancestors, rendered still more disgusting. By, your salvation, which is dearer to me than my own, one precious garment of your nobles is worth a hundred of these, and more too. I was led to this church procession and was placed on a raised place next to the singers. 
10. And as, like a creeping monster, he proceeded thither, the singers cried out in adulation: "Behold the morning star approaches Eos rises; he reflects in his glances the rays of the sun-he the pale death of the Saracens, Nicephorus the ruler." And accordingly they sang: "Long life to the ruler Nicephorus!" Adore him, you people, cherish him, bend the neck to him alone! How much more truly, might they have sung: "Come, you burnt-out coal, you fool; old woman in your walk, wood-devil in your look; you peasant, you frequenter of foul places, you goatfoot, you horn-head, you double-limbed one; bristly, -unruly, countrified, barbarian, harsh, hairy, a rebel, a Cappadocian!" And so, inflated by those lying fools, he enters St. Sophia, his masters the emperors following him ground. His armor-bearer, with an arrow for a pen, from afar, and, with the kiss of peace, adoring him to the places in the church the era which is in progress from the time when he began to reign, and thus those who did not then exist learn what the era is. 
11. On this same day he ordered me to be his guest. Not; thinking me worthy, however, to be placed above any of his nobles, I sat in the fifteenth place from him, and without a tablecloth. Not only did no one of my suite sit at table, but not one of them saw even the house in which I was a guest. During which disgusting and foul meal, which was washed down with oil after the "manner of drunkards, and moistened also with a certain and other exceedingly bad fish liquor, he asked me many questions concerning your power, many concerning your dominions and your army. And when I had replied to him consequently and truly, "You lie," he said, "the soldiers of your master do not know how to ride, nor do they know how to fight on foot; the size of their shields, the weight of their breast-plates, the length of their swords, and the burden of their helms permits them to fight in neither one way nor the other." Then he added, smiling: "their gluttony also impedes them, for their God is their belly, their courage but wind, their bravery drunkenness. Their fasting means dissolution, their sobriety panic. Nor has your master a number of fleets on the sea. I alone have a force of navigators; I will attack him with my ships, I will overrun his maritime cities with war, and those which are near the rivers I will reduce to ashes. And how, I ask, can he even on land resist we with his scanty forces? His son was there, his wife was there, the Saxons, Swabians, Bavarians, were all with him: and if they did not know enough and were unable to take one little city that resisted them, how will they resist me when I come, I who am followed by as many troops as 
"Gargara corn-ears have, or grape-shoots the island of Lesbos,
Stars in the sky are found, or waves in the billowy ocean." 

When I wished to reply to him and to give forth an answer worthy of his boasting, he did not permit me; but added as if to scoff at me: "You are not Romans but Lombards." When he wished to speak further and was waving his hand to impose silence upon me, I said in anger: "History, teaches that the fratricide Romulus, from whom also the Romans are named, was born in adultery; and that he made an asylum for himself in which he received insolvent debtors, fugitive slaves, homicides, and those who were worthy of death for their deeds. And he called to himself a certain number of such and called them Romans. From such nobility those are descended whom you call world-rulers, that is, emperors; whom we, namely the Lombards, Saxons, Franks, Lotharingians, Bavarians, Swabians, Burgundians, so despise, that when angry, we can call our enemies nothing more scornful than Roman-comprehending in this one thing, that is in the name of the Romans, whatever there is of contemptibility, of timidity, of avarice, of luxury, of lying: in a word, of viciousness. But because you do maintain that we are unwarlike and ignorant of horsemanship, if the sins of the Christians shall merit that you shall remain in this hard-heartedness: the next battle will show what you are, and how warlike we." 
12. Nicephorus, exasperated by these words, commanded silence with his hand, and bade that the long narrow table should be taken away, and that I should return to my hated habitation--or, to speak more truly, my prison. There after two days, as a result of vexation as well as of heat and thirst, I was taken with a severe illness. And, indeed, there was not one of my companions who, having drunk from the same cup of sorrow, did not fear that his last day was approaching. Why should they not sicken, I ask, whose drink instead of the best wine was brine; whose resting place was not bay, not straw, not even earth, but hard marble; whose pillow was a stone, whose open house kept off neither heat, nor showers, nor cold? Salvation itself, to use a common expression, if it had poured itself out upon them could not have saved them. Weakened therefore by my own tribulations and those of my companions, calling my warden, or rather my persecutor, I brought it about, not by prayers alone but through money, that he should carry my letter containing what follows, to the brother of Nicephorus: 
13. "To the coropalate and logothete of the palace, Leo- Bishop Liutprand. If the most illustrious emperor thinks of granting the request on account of which I have come, the suffering which I here endure shall not exhaust my patience; only his lordship must be instructed by my letters and by an envoy that I will not remain here without reason. But if the contrary be the case, there is a transport ship of the Venetians here which is just about to start. Let him permit me who am ill to embark, so that, if the time of my dissolution be at hand, my native land may at least receive my corpse." 
14. When he had read these lines he ordered me to come to him after four days. There sat with him, according to their tradition, to discuss your affair the wisest men, strong in Attic eloquence: Basilius the chief chamberlain, the chief state secretary, the chief master of the wardrobe and two other officials, They began their discourse as follows: " Tell us, brother, why you have taken the trouble to come hither." When I had told them that it was on account of the marriage which was to be the ground for a lasting peace, they said: "It is an unheard of thing that a daughter born in the purple of an emperor born in the purple should be joined in marriage with strange nations. But although you seek so high a favor, you shall receive -what you wish, if you give what is right: Ravenna, namely, and Rome with all the adjoining places which extend from thence to our possessions. But if you desire friendship without the marriage, let your master permit Rome to be free; but the princes, of Capua, namely, and Benevento, who were formerly slaves of our empire and now are rebels, let him give over to their former subjection." 
15. I answered them: "You yourselves can not but know that my master rules over Slavonian princes who are mightier than Peter king of the Bulgarians who has wedded the daughter of the emperor Christophorus." "But Christophorus," they said, " was not born in the purple." 
16. But Rome, "I said, " which, as you exclaim, you wish to have free, who does it serve, to whom does it pay tribute' ? Did it not formerly serve harlots? And, while you were sleeping, nay, powerless, did not my master the august emperor free it from so disgraceful a servitude? Constantine, the august emperor who founded this city and called it after his name, as world-ruler gave many gifts to the holy apostolic Roman church, not only in Italy but in almost all the western kingdoms; also in the eastern and southern-in Greece, namely, Judea, Persia, Mesopotamia, Babylonia, Egypt, Libya: as his own privileges witness, which are preserved in our land. Now whatever there is, in Italy and also in Saxony and Bavaria or in any, of the dominions of m master, that belongs to the church of the blessed apostles: he has conferred it on the vicar of those same most holy apostles. And may I deny God if my master has retained from all of these a city, an estate, a vassal or a serf - But why does your emperor not do the same? Why does he not restore to the church of the apostles what lies in his kingdom; so that he may make it, rich and free as it is by the labor and munificence of my master, still richer and more free? 
17. "But this," said the first chamberlain Basilius, "he will do as soon as Rome and the Roman church shall be subordinated to his will." "A certain man," I said, "having suffered much injury from another, approached God with these words: `O Lord, avenge me upon my adversary!' To whom the Lord said, `I will do it at the day when I shall render unto each man according to his works!' `Alas,' said he, 'how late that will be!'" 
18. At which all except the emperor's brother shook with laughter. They then ended the interview and ordered me to be led back to my hated abode, and to be guarded with great care until the day, honored by all religious persons, of the holy apostles. On this festal occasion the emperor commanded me--I was very ill at the time--and also the Bulgarian envoys who had arrived the day before, to meet him at the church of the holy apostles. And when after the garrulous songs of praise (to Nicephorus) and the celebration of the mass we were invited to table, he placed above me on our side of the table, which was long and narrow, the envoy of the Bulgarians who was shorn in Hungarian fashion, girt with a brazen chain, and as it seemed to me, a catechumen; plainly in scorn of yourselves my august masters. On your behalf I was despised, rejected and scorned. But I thank the Lord Jesus Christ whom you serve with your whole soul that I have been considered worthy to suffer contumely for your sakes. However, my masters, not considering myself but yourselves to be insulted, I left the table. And as I was about indignantly to go away, Leo the marshal of the court and brother of the emperor, and Simeon the chief state secretary came up to me from behind, barking out at me this: "When Peter the king of the Bulgarians married the daughter of Christophorus articles were mutually drawn up and confirmed with an oath to the effect that with us the envoys of the Bulgarians should be preferred, honored and cherished above the envoys of all other nations. That envoy of the Bulgarians although, as you say and as is true, he is shorn, unwashed and girt with a brazen chain, is nevertheless a patrician; and we decree and judge that it would not be right to give a bishop, especially a Frankish one, the, preference over him. And since we know that you do consider this unseemly, we will not now, as you do expect, allow you to return to your quarters, but shall oblige you to take food in a separate apartment with the servants of the emperor. 
19. On account of the incomparable grief in my heart I made no reply to them, but did what they had ordered; judging that table not a suitable place where--I will not say to me, that is, the bishop Liutprand, but to your envoy--an envoy of the Bulgarians is preferred. But the sacred emperor soothed my grief through a great gift, sending to me from among his most delicate dishes a fat goat, of which he himself had partaken, deliciously (?) stuffed with garlic, onions and leeks; steeped in fish sauce: a dish which I could have wished just then to be upon your table, so that you who do not believe the delicacies of the sacred emperor to be desirable, should at length become believers at this sight! 
20. When eight days had passed and the Bulgarians had already departed, thinking that I thought very highly of his table he compelled me, ill as I was, to dine with him in the same place. There was present also, with many bishops, the patriarch; in whose presence he asked me many questions concerning the Holy Scriptures; which, the divine Spirit inspiring me, I expounded with elegance, And at last, in order to make merry over you, he asked me what synods we recognized. When I bad mentioned to him Nicea, Chalcedon, Ephesus, Carthage, Ancyra, Constantinople, -"Ha, Ha, Ha," said he, "you have forgotten to mention Saxony, and, if you ask us why our books do not contain it, I answer that your beliefs are too young and have not you been able to reach us." 
21. I answered: "That member of the body where the infirmity has its seat must be burned with the burning iron. All heresies have emanated from you, have flourished among you; by us, that is by the western nations they have been here strangled, here put an end to. A Roman or a Pavian synod, although they often took place, I do not count them. A Roman clerk, indeed, afterwards the universal pope Gregory who is called by you Dialogus, freed Eutychius the heretical patriarch of Constantinople from his heresy. This same Eutychius said, nor did he only say but taught, proclaimed and kept writing, that we would assume at the Resurrection not the true flesh which we have here, but a certain fantastic flesh. The book containing this error was, in an orthodox manner, burned by Gregory. Ennodius, moreover, bishop of Pavia, was, on account of a certain other heresy, sent here, that is to Constantinople, by the Roman patriarch. He repressed it, and restored the orthodox catholic teaching.-The race of the Saxons, from the time when it received the holy baptism and the knowledge of God, has been spotted by no heresy which would have rendered a synod necessary of an error which did not exist. Since for the correction of an error which did not exist. Since you declare the faith of the Saxons to be young, I am willing also to affirm the same; for always the faith of Christ is young and not if with those, those whose works second their faith. Faith is there not young but old where works do not accompany it; but faith is scorned, as it were, for its age, like a worn out garment. But I knew for certain of one synod that was held in Saxony in which it was decreed and confirmed that it was more fitting to fight with the sword than with the open, and better to submit to death than to turn one's back to the enemy. Your own arm has experienced the truth of this," in my heart I said "And may they (the Saxons) soon have occasion to show how warlike they are!" 
ΚΤΗΣΙΒΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ