Tuesday, August 25, 2015

ΑΞΙΖΕΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ


Περιμέναμε την προκήρυξη των εκλογών πολύ καιρό τώρα. Όσο κι αν ο καθένας διατηρούσε μια ελπίδα μήπως αυτές αποφευχθούν ή έστω καθυστερήσουν έως το Νοέμβριο ξέραμε ότι κάτι που θεωρείτο δεδομένο στα ΜΜΕ δύσκολο να μην ισχύει. Έτσι είχαμε όλοι τη δυνατότητα να αναλογιστούμε ποια θα είναι η στάση του καθενός.
Προσωπικά είχα πάρει την απόφαση να μην ασχοληθώ με τις εκλογές περισσότερο απ’ το να πάω να ψηφίσω και να παρακολουθήσω τις εξελίξεις. Οι λόγοι γνωστοί, οι εκλογές δε χρειάζονταν, έχουμε ψηφίσει ήδη άλλες δύο φορές φέτος, και το βασικότερο το αποτέλεσμα φαινόταν προδιαγεγραμμένο. Από την προκήρυξη των εκλογών όμως και μετά πολλά άλλαξαν.
Όποιος παρακολουθεί τι συμβαίνει στα ΜΜΕ, στα social media και προπαντός στην κοινωνία αυτό το διάστημα παρατηρεί αβίαστα το εξής: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τι να πει. Οι βουλευτές, τα στελέχη και οι απλοί οπαδοί του δεν έχουν να προβάλλουν τίποτα. Δε μπορούν να δικαιολογήσουν τη στάση της κυβέρνησης, δε μπορούν να δείξουν κάποιο λόγο για να στηρίξει κανείς το κόμμα τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατεβαίνει στις εκλογές με μόνο όπλο την κομματική πειθαρχία και την επιθυμία να παραμείνει στην κυβέρνηση, με ό, τι συνεπάγεται αυτό για θέσεις, υπουργεία κτλ. Δεν είναι πλέον η ελπίδα που ευαγγελιζόταν, δεν έχει να πει κάτι. Το μόνο που φαίνεται να τον διασώζει είναι το πρόσωπο του Τσίπρα.
Απ’ την άλλη τα λίγα δείγματα δημοσκοπήσεων που έχουμε μέχρι στιγμής, με όση αξιοπιστία μπορούν να διαθέτουν, δείχνουν πως αν μη τι άλλο η κατάσταση δεν είναι τόσο τραγική όσο πιστεύαμε. Φαίνεται πως ένα μέρος του λαού κάτι κατάλαβε από όσα περάσαμε τους τελευταίους 7 μήνες, και σε συνδυασμό με τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ η νίκη του στις εκλογές δεν είναι τόσο βέβαιη όσο πριν ένα-δύο μήνες. Για να μην αναφέρουμε τα δείγματα εσωτερικής διάλυσης που έχουν ακολουθήσει τη διάσπαση, με αποχωρήσεις και αποστασιοποιήσεις στελεχών.
Τέλος, υπάρχουν δύο ακόμα στοιχεία που δε μπορεί να σε αφήνουν ανεπηρέαστο. Πρώτον, κατά κοινή παραδοχή οι 7 μήνες διακυβέρνησης της Αριστεράς ήταν οι πλέον καταστροφικοί στην ιστορία της χώρας, με τραγικά αποτελέσματα για την οικονομία, την ασφάλεια, τη θέση μας στην ΕΕ, το λαθρομεταναστευτικό, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία κτλ. Δεύτερον, η καταστροφή αυτή αποτελεί την απόλυτη δικαίωση για την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, που προειδοποιούσε για ό, τι επρόκειτο να ακολουθήσει και φαίνεται πλέον ξεκάθαρα τι κινδύνους αντιμετώπιζε, κατά βάση επιτυχώς.
Με απλά λόγια, το παλιό και ξεχασμένο σενάριο της αριστερής παρένθεσης φαίνεται να επανέρχεται, έστω και ως μικρό ενδεχόμενο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει καθημερινά δείγματα ότι αποσταθεροποιείται και χάνει, χάνει καθημερινά. Δεν ξέρω αν είναι αρκετό για να χάσει και την πρωτιά, αλλά σίγουρα είναι περισσότερο απ’ όσο περίμενε κανείς αν έκρινε αποκλειστικά με τα δείγματα ψήφου που έχει δώσει ο λαός στις τελευταίες αναμετρήσεις. Ο ίδιος λαός άλλωστε λέει ότι το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, και ο ΣΥΡΙΖΑ από ψέματα καλά πάει.
Πέραν όμως από την κάμψη του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ένας ακόμα παράγοντας που κάνει ακόμα σημαντικότερο το ρόλο της ΝΔ. Δυστυχώς, παρά τα όσα θα περίμενε κανείς μετά την καταστροφή που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, η αντιπολίτευση δεν είναι ενωμένη απέναντί του. Υπάρχει ένα κόμμα-αποστάτης. Το Ποτάμι αποτελούσε για πολλούς την ελπίδα ότι θα απορροφούσε νέα στοιχεία και θα έφερνε την αλλαγή. Θεωρούνταν ότι έκανε μακράν την καλύτερη αντιπολίτευση. Αντί αυτού τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε το Σταύρο Θεοδωράκη να αναπτύσσει μια ρητορική Καμμένου. Βλέπει τους ΑΝΕΛ να μένουν εκτός Βουλής και πλασάρεται ως ο νέος κυβερνητικός εταίρος του Τσίπρα. Τον παρουσιάζει ως ένα ντροπαλό μεταρρυθμιστή που απλώς πρέπει να μπει στον ίσιο δρόμο, αγνοώντας τις καταστροφές που προκάλεσε με την ανωριμότητα και τις επιλογές του. Την ώρα που θα έπρεπε να δίνεται η μάχη για να απαλλαγεί η χώρα από την Αριστερά το Ποτάμι επιλέγει να τη διασώσει. Αυτό κάνει το ρόλο της ΝΔ πραγματικά κρίσιμο.
Σίγουρα οι συνθήκες υπό τις οποίες θα δοθεί η μάχη δεν είναι οι καλύτερες. Οι εκλογές θα γίνουν άρον-άρον το Σεπτέμβριο, ακριβώς επειδή μόνο τότε μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να ελπίζει σε νίκη. Ο χρόνος είναι πολύ σύντομος και η ΝΔ δεν είναι οργανωμένη. Έχουμε συζητήσει πολλές φορές για την αδυναμία και τα κακά σημάδια που παρουσίασε μετά την παραίτηση Σαμαρά. Για την καταστροφική κατ’ εμέ στροφή στο κέντρο που πάει να επιχειρήσει, για το ότι πήγε να μετατραπεί ξανά σε δεξιά της σφαλιάρας. Ακόμα και με αυτή τη ΝΔ όμως, με μια ρητορική που δεν ικανοποιεί και έναν πρόεδρο που είναι συμπαθής μεν, δεν εμπνέει δε, το διακύβευμα είναι ίδιο.
Η Αριστερά προκάλεσε μεγάλη καταστροφή στον τόπο, και σίγουρα κάποια στιγμή θα το πληρώσει. Ήδη φυλλορροεί και διαλύεται, τόσο κομματικά όσο και στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ακόμα κι αν δε χάσει αυτές τις εκλογές η διακυβέρνησή της έχει πλέον ημερομηνία λήξης. Μπορεί να κάνει τις εκλογές Σεπτέμβριο για να πάρει μια τελευταία νίκη αλλά δε θα της εξασφαλίσει επιβίωση για πολύ καιρό. Και ο Τσίπρας θα απομυθοποιηθεί σύντομα.
Ακόμα κι έτσι όμως γιατί να της δοθεί η δυνατότητα να προκαλέσει καταστροφές για λίγους μήνες επιπλέον; Δεν υπάρχει λόγος. Αφού διαφαίνεται ένα μικρό έστω ενδεχόμενο αυτή η κακή αριστερή παρένθεση για την ιστορία της χώρας να λήξει από Σεπτέμβριο θα είναι εγκληματικό η ΝΔ να μην το εκμεταλλευτεί. Άλλωστε δεν έχει τίποτα να χάσει. Ήδη η διαφορά έχει μειωθεί δραστικά χωρίς από την πλευρά της να κάνει τίποτα αξιόλογο ως προεκλογική εκστρατεία. Αν σοβαρευτεί και κινηθεί όπως πρέπει το σενάριο της ανατροπής είναι εφικτό.
Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να χαθεί. Η Δεξιά πάντα αναλάμβανε να σώσει την Ελλάδα από τα χειρότερα. Πάντα αναλάμβανε τη δύσκολη στιγμή και πετύχαινε με πολύ χειρότερες συνθήκες από τις σημερινές. Πρέπει να το κάνει ακόμα μια φορά.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών κατέδειξαν πως τελικά αξίζει να γίνει η προσπάθεια. 7 μήνες παρακολουθούσαμε ανήμποροι την Αριστερά να καταστρέφει τα πάντα με το λαό να την επευφημεί. Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία η καταστροφή να σταματήσει. Όλοι μας πρέπει να προσπαθήσουμε λίγο παραπάνω απ’ το να πάμε απλώς να ψηφίσουμε. Δεν έχουμε να χάσουμε κάτι. Το οφείλουμε στην πατρίδα να δώσουμε αυτή τη μάχη. 

Wednesday, July 8, 2015

Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ





Την ηχηρή νίκη του Όχι στο δημοψήφισμα της Κυριακής ακολούθησε ένα κύμα ευφορίας ανάλογο με των εκλογών του Ιανουαρίου. Αισιοδοξία του κόσμου, θριαμβολογία των νικητών και μούδιασμα των ηττημένων. Μαζί η γνωστή αίσθηση που έχουμε πάντα μετά από εκλογικές διαδικασίες, πως όλα τα προβλήματα λύθηκαν. Το κλίμα αυτό εμπόδιζε την εκφορά οποιασδήποτε άποψης εναντίον της κυβέρνησης.

Τα όσα ακολούθησαν όμως το Eurogroup και τη Σύνοδο Κορυφής της 7/7/2015, για όποιον τουλάχιστον μπορεί να αντιληφθεί στοιχειωδώς τα δεδομένα και τις εξελίξεις, ανέτρεψαν πλήρως αυτό το κλίμα και μας επανέφεραν στη σκληρή πραγματικότητα. Κανείς από τους ηγέτες που έκαναν δηλώσεις μετά τη λήξη της συνεδρίασης δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο Grexit, αντιθέτως όλοι δήλωσαν πως αυτό είναι αρκετά πιθανό, θέτοντας ως μοναδική εναλλακτική να παρουσιάσει η Ελλάδα ως το τέλος της εβδομάδας αξιόπιστες και λεπτομερείς προτάσεις. Ακόμα και πρόσωπα όπως ο Γιούνκερ και ο Ωλάντ, που πάντα αντιμετώπιζαν αρνητικά το ενδεχόμενο, φάνηκαν άκρως δυσαρεστημένοι με τη στάση της χώρας και περιορίστηκαν να δηλώσουν πως ελπίζουν να αποτραπεί το χειρότερο. Εν τω μεταξύ η απάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού σε όλα αυτά ήταν μια δήλωση κόντρα σε όλους τους υπόλοιπους, μες στο χαμόγελο και την ευδιαθεσία, όπου δε δίστασε να διαψεύσει ακόμα και τον υπουργό του, ισχυριζόμενος ότι κατέθεσε τις προτάσεις της χώρας τόσο στο Eurogroup όσο και στη Σύνοδο.

Ήταν τυχαία αυτή η εξέλιξη; Ας θυμηθούμε λίγο την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε πριν το δημοψήφισμα για όσα θα ακολουθούσαν, ανεξαρτήτως αν αυτή ξεχάστηκε σύντομα μέσα στους πανηγυρισμούς του Όχι.

Το δίλημμα του δημοψηφίσματος ήταν ναι ή όχι στο ευρώ, καθώς σε περίπτωση επικράτησης του Όχι η σύναψη της αναγκαίας για την παραμονή στο ευρώ οικονομικής-πολιτικής συμφωνίας θα ήταν σχεδόν αδύνατη. Ο λόγος αφορά και τις δύο πλευρές: Οι Ευρωπαίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να στηρίζουν τη χώρα, είτε δημοσιονομικά με δάνεια είτε τραπεζικά μέσω της ΕΚΤ, αν αυτή δε συμμορφώνεται με τους οικονομικούς κανόνες της ευρωζώνης. Από την άλλη για την ελληνική πλευρά ισχύει το ερώτημα: Ήθελε ποτέ η ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει η χώρα στο ευρώ Πρόκειται για μια κυβέρνηση συνεργασίας Αριστεράς και εθνολαικιστών, δηλαδή επί της αρχής ιδεολογικά αντίθετης στην ευρωπαϊκή ιδέα και στο εγχείρημα του κοινού νομίσματος, πόσο μάλλον υπό τις παρούσες ασφυκτικές οικονομικά συνθήκες και με τους ισχύοντες όρους παραμονής. Γιατί να επιθυμούσε την παραμονή στην ευρωζώνη, και μάλιστα κάνοντας υποχωρήσεις από το πρόγραμμα και τις πολιτικές θέσεις της;

Η άποψη αυτή, όπως φάνηκε και από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, θεωρήθηκε από τους πολίτες κινδυνολογία και απορρίφθηκε πανηγυρικά. Και όντως οι αμέσως επόμενες εξελίξεις έδειξαν πως έτσι ήταν. Αμέσως μετά το δημοψήφισμα ο πρωθυπουργός προέβη σε τρεις κινήσεις για να δείξει παντού πως επεδίωκε μια συμφωνία: 1. Στο διάγγελμα προς το λαό για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος-2. Στην απομάκρυνση του Βαρουφάκη για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων-3. Στη σύγκληση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, όπου υπεγράφη κοινό κείμενο υπέρ της επιδίωξης συμφωνίας. Οι κινήσεις αυτές ερμηνεύθηκαν από παντού, ως ήταν αναμενόμενο, ως κινήσεις καλής θέλησης προς τους Ευρωπαίους, καθώς ο πρωθυπουργός καθιστούσε σαφές πως δεν επιθυμεί ρήξη.

Ως εδώ καλά. Ας συνδυάσουμε όμως τις κινήσεις αυτές με τη στάση του πρωθυπουργού στη Σύνοδο Κορυφής. Το συνολικό κλίμα την Τρίτη μέχρι το βράδυ φαινόταν όλο και καλύτερο. Ακόμα και το Eurogroup εξελίχθηκε καλά, και τα διεθνή ΜΜΕ προμήνυαν αρχή συμφωνίας. Μέχρι που ολοκληρώθηκε η Σύνοδος Κορυφής, και βαρεθήκαμε να μετράμε ηγέτες να προειδοποιούν για Grexit και να αποδοκιμάζουν τη στάση της Ελλάδας. Αυτό προφανώς δείχνει ότι η στάση του Τσίπρα μες στη Σύνοδο δεν υπήρξε και η καλύτερη, δεδομένου ότι κατάφερε να αντιστρέψει το θετικό κλίμα δύο ημερών. Και η αντίθεσή του με τους υπόλοιπους ηγέτες φάνηκε ξεκάθαρα στις δηλώσεις που ακολούθησαν, όπου ήταν ο μόνος που παρουσιάστηκε αισιόδοξος και επιχείρησε λίγο-πολύ να διαψεύσει όλους τους υπόλοιπους. Ακόμα και τον υπουργό του!

Μήπως η στάση του αυτή είναι ενδεικτική ότι όλο αυτό είναι μέρος ενός καλοστημένου σχεδίου με στόχο την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη; Μήπως οι κινήσεις που έκανε μετά το δημοψήφισμα ήταν απλώς για να δημιουργήσει εντυπώσεις καλής θέλησης, αφού γνώριζε ότι η αδιαλλαξία των Ευρωπαίων ήταν δεδομένη; Αν σκόπευε, όπως ισχυρίζεται, να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη γιατί δεν εκμεταλλεύθηκε το καλό κλίμα της Συνόδου για να επιτύχει την αρχή μιας συμφωνίας, παρά φρόντισε [απ’ ό,τι φαίνεται] να εξοργίσει τους υπόλοιπους ηγέτες; Και γιατί εδώ και δύο ημέρες ο μισός ΣΥΡΙΖΑ [που δεν ελέγχεται από τον Τσίπρα] έχει ξαμολυθεί παντού να στέλνει μηνύματα υπέρ της δραχμής; Μήπως ο Τσίπρας δεν αποκαλύπτει τους πραγματικούς του σκοπούς; Πάντως από τη Σύνοδο φάνηκε ξεκάθαρα πως ούτε οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι, ανεξαρτήτως δημοψηφίσματος, να κάνουν σπουδαίες υποχωρήσεις, ούτε ο Τσίπρας καίγεται να παραμείνουμε στο ευρώ.

Για να εκθέσουμε λοιπόν την κατάσταση στην ολότητά της, υπάρχει ένα σενάριο που προβλέπει ότι η διενέργεια του δημοψηφίσματος ήταν από τα τελευταία στάδια ενός σχεδίου που εφαρμόζει ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το Φεβρουάριο με στόχο την έξοδο από το ευρώ. Δεν είναι απαραίτητα το αληθινό σενάριο, όπως φαίνεται όμως είναι τελικά πολύ πιθανό. Προηγήθηκαν ενέργειες όπως η δημιουργία εμποδίων στις διαπραγματεύσεις από κυβερνητικά στελέχη, ώστε αυτές να καθυστερούν και η αδικαιολόγητη άρνηση εφαρμογής του χρηματοδοτικού προγράμματος που οδήγησε σε στέγνωμα της οικονομίας. Ακολούθησε η ισχυρή εντολή που πήρε από το λαό μέσω του δημοψηφίσματος να αποφύγει τα μέτρα λιτότητας και οι κινήσεις καλής θέλησης που προαναφέρθηκαν. Και μετά οι χθεσινές εξελίξεις, όπου επιβεβαιώθηκε ότι οι Ευρωπαίοι δεν υποχωρούν. Οι επόμενες κινήσεις, πάντα με βάση το σενάριο, θα ήταν να εκμεταλλευτεί την αδιαλλαξία των Ευρωπαίων και να την παρουσιάσει στο εσωτερικό ως αντιδημοκρατική και μη σεβόμενη την εντολή του λαού, που ζήτησε να σταματήσει η λιτότητα. Κινούμενος λοιπόν με βάση την εντολή αυτή δε θα παρουσιάσει ως την Κυριακή, όπως απαιτείται, συμφωνία που μπορεί να γίνει αποδεκτή. Νέο αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις. Η διευρυμένη Σύνοδος Κορυφής της Κυριακής θα έχει να αποφασίσει για πολλά, και αρκετοί ηγέτες ήδη επεσήμαναν πως πιθανόν να είναι η τελευταία της Ελλάδας. Αν αποφασιστούν νέες κυρώσεις [πχ πάγωμα του ΕΣΠΑ], σε συνδυασμό με τη χρηματοπιστωτική ασφυξία που επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα με τις κλειστές τράπεζες, το επόμενο βήμα αναγκαστικά θα είναι η εγκατάλειψη του κοινού νομίσματος, αφού αυτό θα επιβάλλεται πλέον από την οικονομική κατάσταση. Που θα βρει καλύτερες συνθήκες ο Τσίπρας για να πραγματοποιήσει την έξοδο από την ΕΕ, όταν θα μπορεί να την παρουσιάσει στο λαό ως αποτέλεσμα της στάσης των Ευρωπαίων κι όχι ως δική του επιλογή;

Συνοψίζοντας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι συνθήκες που πάνε να διαμορφωθούν είναι υπερβολικά ευνοϊκές για Grexit, και πολλά από τα δεδομένα διαμορφώθηκαν αποκλειστικά από τη στάση της κυβέρνησης, της ίδιας κυβέρνησης που ιδεολογικά είναι εναντίον της ΕΕ και του ευρώ. Θα μπορούσε να αποτελεί προϊόν ενός σχεδίου; Απεχθάνομαι τις θεωρίες συνομωσίας αλλά δε μπορεί να αποκλειστεί τίποτα. Όπως και να’ χει θα φανεί τις επόμενες μέρες.

Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι σε περίπτωση που ισχύει αυτό το σενάριο ακόμα πιο ανησυχητικά από τα γεγονότα είναι τα κίνητρα του υποκινητή του. Αν όντως ο Τσίπρας επιδιώκει το Grexit δε θα είναι το τελευταίο μέρος του σχεδίου του. Όσο ιδεολογικά αντίθετος και να είναι στην ευρωπαϊκή ιδέα η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού είναι σύμφωνη, συνεπώς δε θα μπορούσε να κινηθεί κόντρα στη θέλησή του απλά για να ικανοποιήσει ένα ιδεολογικό καπρίτσιο. Μακροπρόθεσμος στόχος του είναι η δημιουργία στην Ελλάδα ενός καθεστώτος που θα εξασφάλιζε την παραμονή του στην εξουσία και την πολιτική του επιβίωση. Πολιτικά του πρότυπα αποτελούσαν πάντα ο Τσάβες από το εξωτερικό και ο Ανδρέας Παπανδρέου από το εσωτερικό. Αντιστοίχως το καθεστώς στο οποίο στοχεύει θα ήταν συνδυασμός της Βενεζουέλας και της Ελλάδας του ’80, δηλαδή σοσιαλισμός με επίφαση δημοκρατίας που στηρίζει την επιβίωσή της στο οικονομικό σύστημα. Για να το επιτύχει αυτό όμως πρέπει πρώτα να του δοθεί η δυνατότητα να δημιουργήσει αυτό το οικονομικό σύστημα. Μια έξοδος από την ευρωζώνη θα του την έδινε, καθώς η οικονομία θα χτιζόταν πάλι από το μηδέν. Η δυνατότητα να τυπώνει χρήμα, έστω πληθωριστικό, θα του επέτρεπε να συντηρήσει, μέσω του δημοσίου τομέα και του ασφαλιστικού συστήματος, ένα βαθύ πελατειακό κράτος, που σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη δημιουργηθεί. Επίσης την έξοδο από το ευρώ θα ακολουθούσε κύμα φυγής και κλεισίματος επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η απαλλαγή από τους οικονομικούς κανόνες της ΕΕ θα επέτρεπε στο κράτος να καλύψει το κενό με κρατικές επιχειρήσεις, ανοίγοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερο χώρο για πελατειακό κράτος και ρουσφέτια. Τέλος, οι δυνατότητες του κράτους να παρεμβαίνει στην οικονομία μέσω φορολογίας, περιορισμού κεφαλαίων κτλ θα αυξάνονταν ραγδαία, επιτρέποντάς να τη θέσει υπό τον έλεγχό του και να αποκλείσει κάθε περίπτωση επανόδου του ιδιωτικού τομέα, με ό, τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά.

Με λίγα λόγια, μια πιθανή έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη θα δημιουργούσε τις οικονομικές συνθήκες που θα επέτρεπαν στον Τσίπρα να δημιουργήσει ένα νέο οικονομικό σύστημα και σε συνδυασμό με την προσβολή συγκεκριμένων ατομικών και συλλογικών ελευθεριών [πχ το δικαίωμα στην ενημέρωση και η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης], που κατά βάση βασίζουν το σεβασμό τους στο σύστημα της ΕΕ, ένα νέο πολιτικό σύστημα στο οποίο η προσωπική του κυριαρχία θα ήταν βέβαιη για πολλά χρόνια, όπως ο Πούτιν στη Ρωσία, ο Ερντογάν στην Τουρκία και ο Τσάβες στη Βενεζουέλα. Η δημιουργία μιας σημαντικής μερίδας του πληθυσμού που θα εξαρτάται οικονομικά από το κράτος σε συνδυασμό με την καταδίκη των υπολοίπων σε μόνιμη οικονομική καχεξία θα εξασφάλιζε την παραμονή της Αριστεράς στην εξουσία για δεκαετίες. Μένει μόνο ένα εμπόδιο να ξεπεραστεί: Η έξοδος από το ευρώ πρέπει να γίνει με ευθύνη των Ευρωπαίων, ο Τσίπρας πρέπει να δείξει ότι δεν αποτελούσε προσωπική του επιλογή, ώστε να μην εισπράξει και τη δυσαρέσκεια του λαού, που δηλώνει αναφανδόν υπέρ της ευρωζώνης. Αυτός είναι ο λόγος που μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν έχει σταματήσει να κάνει κινήσεις καλής θέλησης απέναντι στους Ευρωπαίους, και να τονίσει με κάθε τρόπο ότι δεν επιθυμεί τη ρήξη. Τονίζει ωστόσο και κάτι άλλο: Ότι δε μπορεί να δεχτεί νέα μέτρα λιτότητας. Γνωρίζει όμως πολύ καλά ότι αυτά τα δύο πάνε μαζί. Πολύ βολικό αν όντως στόχος του είναι ένα Grexit, να μπορεί να ρίξει την ευθύνη για αυτό στους αδιάλλακτους Ευρωπαίους που δε σέβονται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και επιμένουν στα μέτρα λιτότητας…


Δυστυχώς το δημοψήφισμα της Κυριακής πιθανόν αποτελούσε την τελευταία ευκαιρία να ανατρέψει δημοκρατικά ο λαός το σχέδιο της κυβέρνησης [πάντα υπό την προϋπόθεση ότι ισχύει το συγκεκριμένο σενάριο, κάτι που θα φανεί της επόμενες μέρες]. Το ηχηρό Όχι έχει ανοίξει στον Τσίπρα δυνατότητες που δεν περιορίζονται εύκολα. Ο χρόνος είναι ελάχιστος και ο λαός πρακτικά δε μπορεί πλέον με κανένα τρόπο να αποτρέψει τη ροή των γεγονότων. Οι μόνοι που μπορούν πλέον να το κάνουν είναι οι Ευρωπαίοι. Σε αυτούς εναπόκειται να χαλάσουν τα σχέδια του Τσίπρα και να αποτρέψουν την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, Έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην αποφυγή του διαμελισμού της ΕΕ και στη θυσία ενός κράτους-μέλους με την προοπτική να παραμείνει ενωμένη η υπόλοιπη. Δε μπορεί να απαιτεί κανείς από αυτούς να κάνουν υποχωρήσεις που θα έχουν αρνητικές συνέπειες τόσο για την Ένωση όσο και για τις χώρες τους. Το μπαλάκι ωστόσο είναι σε αυτούς. Οι Ευρωπαίοι εταίροι είναι οι μόνοι που μπορούν ακόμα, στις τέσσερις μέρες που απομένουν μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής, να αποτρέψουν την έξοδο της Ελλάδας. Ο ελληνικός λαός την Κυριακή έχασε την τελευταία του ευκαιρία. Γιατί αν ισχύει το σενάριο που προανέφερα μεταξύ του διλήμματος εντός ή εκτός ευρώ επέλεξε, ηθελημένη ή άθελα, εκτός. 

ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ

Wednesday, May 27, 2015

ΠΟΙΟΝ ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΗΓΕΣΙΑΣ;


Με αφορμή την ωραία συζήτηση που εκτυλίχθηκε τις προάλλες στην ομάδα μας με θέμα το κατά πόσον έχει έρθει η ώρα να τεθεί και επισήμως το θέμα ηγεσίας στη ΝΔ αποφάσισα να εκθέσω γραπτώς την άποψή μου.

Είναι αλήθεια ότι το θέμα έχει ανέβει και πάλι, τόσο στα ΜΜΕ όσο και στα social media. Οι αφορμές είναι πολλές, ο βασικός λόγος όμως είναι διπλός: Αφενός ότι φαίνεται πως η σύναψη συμφωνίας μεταξύ της κυβέρνησης και των δανειστών είναι κοντά, αφετέρου ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει η στάση που θα κρατήσει η αξιωματική αντιπολίτευση απέναντι σε αυτή. Σε συνδυασμό λοιπόν με την τραγική θέση στην οποία φαίνεται να βρίσκεται το κόμμα στις δημοσκοπήσεις το ζήτημα τέθηκε και πάλι. Άλλωστε ο λόγος που είχε αναβληθεί η συζήτησή μέχρι τώρα ήταν ακριβώς η ανάγκη να παραμείνει η παράταξη προσηλωμένη στην εθνική υπόθεση της παραμονής στην ευρωζώνη. Τώρα που αυτό  φαίνεται να λήγει [θα φανεί αν όντως είναι έτσι] ήταν αναμενόμενο η συζήτηση να ανοίξει και πάλι.

Προφανώς αποτελεί πρόβλημα η δημοσκοπική κατάρρευση της παράταξης. Κανείς δε μπορεί να είναι ικανοποιημένος βλέποντας το μεγαλύτερο κόμμα της Δεξιάς να βρίσκεται στο 15%. Το επόμενο ερώτημα όμως είναι ποιος φταίει για αυτό: Ο Σαμαράς ή η ΝΔ σαν κόμμα; Και μήπως ακόμα και αυτή η κατάρρευση στην πραγματικότητα είναι μια ευκαιρία;

Ας κάνουμε την εξής υπόθεση εργασίας. Ακολουθείται η πορεία που ακούγεται και η ηγεσία της ΝΔ, τόσο ο πρόεδρος όσο και η ηγετική ομάδα, αλλάζει στο προσεχές χρονικό διάστημα. Πιστεύει κανείς ότι θα ήταν επαρκές αυτό για να αλλάξει και η δημοσκοπική εικόνα του κόμματος; Αρκούν μερικές αλλαγές προσώπων για να κεφαλαιοποιήσει η ΝΔ τη φθορά που έχει ήδη αρχίσει να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ; Δε θέτω το ερώτημα με τη μορφή του ποιος θα μπορούσε να είναι ο επόμενος, αλλά αν όντως χρειάζεται επόμενος. Δε νομίζω ότι πιστεύει κανείς πως το μόνο πρόβλημα του κόσμου με τη ΝΔ σήμερα είναι 4-5 άτομα, και αν εξαφανιστούν αυτά θα επανέλθει. Προφανώς και υπάρχει μεγάλο μέρος του κόσμου που έχει προσωπικό θέμα με το Σαμαρά ή το Σταμάτη ή το Λαζαρίδη ή όποιον άλλο, δεν είναι όμως αρκετό για να καθορίσει τις προτεραιότητες της παράταξης γιατί δε  θα επέστρεφε καν σε αυτήν αν τα εν λόγω πρόσωπα έφευγαν. Συνεπώς μια αλλαγή προσώπων στην ηγεσία σίγουρα δε θα ήταν αρκετή, το μεγαλύτερο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχει θα ήταν να ανασχέσει κάπως τη δυναμική της κατάρρευσης, και αυτό μέχρι να διαψευστούν οι όποιες προσδοκίες.

Να το δούμε τώρα από την άλλη πλευρά: Πόσο ευρεία είναι η συμφωνία ότι το κόμμα χρειάζεται αλλαγές; Αλλαγές σαρωτικές που θα διαμορφώσουν μια εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία, που θα δημιουργήσουν ένα νέο κόμμα, αν όχι τυπικά σίγουρα στην πράξη. Από το καταστατικό και την ιδεολογία έως την οργάνωση, τους μηχανισμούς, τον τρόπο λειτουργίας και φυσικά τα πρόσωπα. Εδώ και χρόνια υπήρχε κοινή παραδοχή ότι τέτοιες αλλαγές ήταν απαραίτητες, ποτέ δεν έγιναν όμως, αναβάλλονταν πάντα με τις ίδιες δικαιολογίες. Δεν είναι η ώρα γιατί δεν είναι ώριμο το κόμμα, δεν είναι η ώρα γιατί δε μπορούμε να χάσουμε δυνάμεις, δεν είναι η ώρα γιατί πλησιάζουν εκλογές, κοκ. Με τέτοια επιχειρήματα ότι οι προτεραιότητες έπρεπε να είναι άλλες αυτές οι αλλαγές καθυστέρησαν.

 Μήπως όμως τώρα έχει έρθει η ώρα για να γίνουν πράξη; Μήπως τώρα είναι η κατάλληλη περίοδος; Τώρα που εκλογές σύντομα δεν πρόκειται να υπάρξουν, τώρα που το κόμμα έχει περάσει οδυνηρές ήττες και η ανάγκη αλλαγών είναι φανερή. Τώρα που στο κάτω-κάτω είναι ώρα να σκεφτείς πως θα πας ξανά προς τα πάνω και όχι πως θα περιορίσεις τις απώλειες. Εξάλλου πόσο κάτω από το 15% θα μπορούσε να πάει η ΝΔ;

Η ΝΔ χρειάζεται ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα. Κατ’ αρχάς στο πολιτικό και ιδεολογικό της προφίλ. Σήμερα, ακόμα και με το μικρό της πλέον μέγεθος, παραμένει ένας πολυσυλλεκτικός αχταρμάς χωρίς συγκεκριμένη φυσιογνωμία και ταυτότητα. Είναι ένα κόμμα του ναι μεν, αλλά… Αποφεύγει να παίρνει σαφείς θέσεις όχι μόνο σε πρακτικά και συγκεκριμένα ζητήματα, αλλά ακόμα και σε θεωρητικά θέματα πολιτικής και ιδεολογίας.

Που ανήκει; Στην καλύτερη περίπτωση σου απαντάνε στην Κεντροδεξιά, δηλαδή αρνούνται να καθορίσουν ακριβώς. Στη χειρότερη σου λένε ότι καλύπτει το χώρο από την Κεντροαριστερά έως την Ακροδεξιά, δηλαδή απαντάνε αρνητικά ότι δεν ανήκει στην Αριστερά. Δεν είναι απλά ένα θέμα θέσεως στον πολιτικό χάρτη, όταν δε μπορεί να καθορίσει τη θέση της ιδεολογικά δε θα μπορεί ούτε πολιτικά. Και η αδυναμία αυτή αντικατοπτρίζεται άμεσα στην αδυναμία-απροθυμία να πάρει σαφή θέση για συγκεκριμένα θέματα.

Ακόμα και σήμερα ας πούμε δεν έχει δώσει σαν κόμμα μια σαφή απάντηση αν είναι με την ελεύθερη οικονομία ή με την παρέμβαση του κράτους. Ακόμα και σε αυτό η απάντηση είναι του στυλ ναι μεν, αλλά…  Κοινωνικός φιλελευθερισμός, στοχευμένη κρατική παρέμβαση, ρυθμιστικός ρόλος του κράτους, έλεγχος σε στρατηγικούς τομείς. Όλοι αυτοί είναι όροι και φρασεολογία που έχει ανακαλύψει για να αποφύγει να πάρει σαφή ιδεολογική θέση στην οικονομία. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να πάρει σαφή θέση και για πρακτικά ζητήματα όπως η αύξηση/μείωση των φόρων, η μείωση του Δημοσίου με απολύσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις κτλ. Σε ζητήματα σαν αυτά πορεύεται ακόμα με σκεπτικό και φρασεολογία μεταπολίτευσης, αφού δεν έχει κατορθώσει ούτε στο ελάχιστο να επικαιροποιήσει και να καθορίσει τις θέσεις της. Σε πολλές περιπτώσεις την έχει ξεπεράσει η πραγματικότητα. Ειδικά ως προς το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων μιλάμε για ένα κόμμα που ως κυβέρνηση έχει προχωρήσει ιδιωτικοποιήσεις και ως κόμμα αποδέχεται το πολύ ένα ΣΔΙΤ! Ή μάλλον, για να είμαι ακριβής, μια «στρατηγική συμμαχία του Δημοσίου με ιδιωτικούς φορείς».

Φυσικά δεν είναι μόνο τα προαναφερθέντα ζητήματα όπου η ΝΔ αρνείται επανειλημμένα εδώ και χρόνια να απαντήσει σαν κόμμα για τη θέση της. Σίγουρα ο καθένας θα μπορεί να σκεφτεί πολλά. Για την οικονομία της συζήτησης δε θα επεκταθώ περαιτέρω, ίσως στο μέλλον σε άλλο κείμενο. Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι πως τώρα που έχει κατά κοινή ομολογία φτάσει στο εκλογικό και δημοσκοπικό ναδίρ της η παράταξη πρέπει επιτέλους να αποφασίσει να ξεκαθαρίσει που ανήκει ιδεολογικά και πολιτικά. Όσο παραμένει στη λογική της πολυσυλλεκτικότητας δεν έχει ελπίδα.

Ο δεύτερος τομέας στον οποίο είναι αναγκαίες αλλαγές είναι ο οργανωτικός-λειτουργικός, και είναι εξίσου σημαντικός γιατί όσο και να επεξεργαστεί την ιδεολογία του το κόμμα ο κομματικός μηχανισμός είναι που θα την κοινωνήσει. Πρέπει να επανακαθοριστεί ριζικά ο τρόπος που λειτουργεί. Δεν επαρκεί ο παραδοσιακός τρόπος της Μεταπολίτευσης, που περισσότερο θυμίζει συνδικαλιστικό παρά πολιτικό οργανισμό, δίνοντας περισσότερη βάση στο φαίνεσθαι παρά στο είναι.

Ένα κόμμα οφείλει να διαθέτει έναν μηχανισμό παραγωγής πολιτικής, με στόχο την αύξηση της εκλογικής απήχησης με πολιτικά μέσα. Ο μηχανισμός της ΝΔ σήμερα χρησιμοποιεί κάθε άλλο μέσο πέραν της πολιτικής. Εκδηλώσεις όπου μοναδικός στόχος είναι να γεμίσουν οι αίθουσες και παράγεται μηδενικό πολιτικό έργο. Κινητοποιήσεις με στόχο αποκλειστικά την προσέλκυση κόσμου, για το photo opportunity ή το καλό πλάνο, χωρίς καν τα συγκεκριμένα άτομα να ανήκουν στον ίδιο χώρο. Συνδικαλιστές που αρνούνται κάθε σχέση με το κόμμα προσελκύουν κόσμο με κάθε μέσο, σε σημείο που οι δικές τους εκλογές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις εθνικές. Παράγοντες και παραγοντίσκοι, που ακονίζουν τα μαχαίρια τους, εποφθαλμιούν ο ένας τον άλλο και βάζουν πάνω απ’ όλα την προσωπική τους ανέλιξη. Άτομα με μηδενική πολιτική σημασία, ανύπαρκτα προσόντα και καμία κοινωνική ή προσωπική επιτυχία, που κρατούν το κόμμα δεσμευμένο και το εμποδίζουν να ανοιχτεί και να εξελιχθεί από φόβο μήπως ξεπεραστούν οι ίδιοι και δεν είναι πλέον αναγκαίοι. Οικογενειοκρατία και τζάκια που προωθούν τους δικούς τους και πολεμάνε όσους δεν ανήκουν σε αυτά. Είναι δυνατόν με έναν τέτοιο μηχανισμό το κόμμα να περιμένει να ανακτήσει τις δυνάμεις του;

Τέλος, η βασικότερη κίνηση στην οποία πρέπει να προβεί η ΝΔ προκειμένου να μπορέσει να στοχεύσει ξανά στην εκλογική άνοδο είναι να ορίσει επιτέλους ποιους θέλει να προσεγγίσει. Η εποχή της πολυσυλλεκτικότητας που προσέγγιζε τους πάντες έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Πλέον το κόμμα πρέπει να επιλέξει ποιο ακριβώς κομμάτι της κοινωνίας θέλει να αντιπροσωπεύει. Αυτό φυσικά έχει άμεση σχέση με την πολιτική ταυτότητα που θα επιλέξει. Θα αντιπροσωπεύει κατά βάση τον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα; Τους συντηρητικούς ή τους φιλελεύθερους; Τους νέους ή τους μεγαλύτερους; Ποιες ομάδες σκοπεύει να βάλει σε προτεραιότητα; Αν δεν καθορίσει πρώτα αυτό και συνεχίσει να στοχεύει στους πάντες με όλα τα μέσα τα αποτελέσματα θα συνεχίσουν να είναι πενιχρά.

Για να επανέλθουμε λοιπόν στην αρχή του άρθρου, ποιον εξυπηρετεί σε αυτή τη φάση η αλλαγή ηγεσίας; Όπως προανέφερα κατά τη γνώμη μου το μόνο που θα προσέφερε είναι προσωρινή ανάσχεση της δημοσκοπικής καθίζησης. Μόνη της μακροπρόθεσμα δε θα άλλαζε τίποτα. Αντιθέτως ο επανακαθορισμός της πολιτικής ταυτότητας και η αναδιάρθρωση της λειτουργίας του κόμματος, όσο δύσκολα κι αν είναι, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και άνοδο.

Αφότου γίνουν αυτά θα μπορούσαμε να μιλάμε για θέμα ηγεσίας. Αν όμως αυτό προηγηθεί, όπως έχει δείξει η μέχρι τώρα εμπειρία, το πιθανότερο είναι οι κινήσεις αυτές να μην πραγματοποιηθούν ποτέ. Οι λόγοι είναι δύο: Πρώτον ότι την αλλαγή ηγεσίας όπως πάντα θα ακολουθήσει εφησυχασμός ότι το πρόβλημα ξεπεράστηκε. Δεύτερον ότι όποιος και να καταφέρει να αναδειχτεί στην ηγεσία θα το έχει κάνει βασιζόμενος ακριβώς στο σύστημα που οι αλλαγές έχουν στόχο να ξηλώσουν. Αντικειμενικά δε θα μπορούσε μετά να τα βάλει μαζί του γιατί θα το χρειαζόταν για να διατηρηθεί. Πως μπορεί μια νέα ηγεσία να ξηλώσει τους παράγοντες και την οικογενειοκρατία όταν σε αυτά έχει βασιστεί για να εκλεγεί; Ή να επανακαθορίσει την ιδεολογική ταυτότητα και τον κομματικό μηχανισμό όταν αυτοί θα τα θέλουν σταθερά; Ακριβώς επειδή θα είναι νέα δε θα μπορεί. Έτσι θα καταλήξουμε να γίνει η κίνηση που από μόνη της δε μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση, δηλαδή η αλλαγή ηγεσίας, και οι κινήσεις που θα μπορούσαν να τη βελτιώσουν ακριβώς λόγω αυτής δε θα μπορέσουν να πραγματοποιηθούν!

Εν κατακλείδι λοιπόν, και σε συνέχεια του θέματος που ανοίξαμε προ ολίγων ημερών, άποψή μου είναι πως αν ανοίξει το θέμα της ηγεσίας στην παρούσα φάση μόνο σε αρνητική κατεύθυνση θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, δεδομένου ότι υπάρχουν άλλες κινήσεις που πρέπει άμεσα να γίνουν, έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν την κατάσταση, αλλά εφόσον προηγηθεί η αλλαγή ηγεσίας κινδυνεύουν σοβαρά να ματαιωθούν. Το σκηνικό έχει επαναληφθεί πολλές φορές στο παρελθόν, σήμερα όμως πιθανόν να είναι όντως η τελευταία ευκαιρία.


Αποστολή λοιπόν της σημερινής ηγεσίας της ΝΔ για εμένα πρέπει να είναι ακριβώς η δρομολόγηση αυτών των αλλαγών. Είναι μονόδρομος αν θέλουν το κόμμα να έχει ελπίδες ανάκαμψης, έχουν αναβληθεί πολλές φορές στο παρελθόν, σήμερα όμως με την Αριστερά στην εξουσία και τις δημοσκοπήσεις στο 15% η ανάγκη να πραγματοποιηθούν είναι μεγαλύτερη από ποτέ, και πιθανόν να πρόκειται για την τελευταία ευκαιρία. Μια νέα ηγεσία δε θα μπορούσε να τις πραγματοποιήσει. Η υπάρχουσα όμως μπορεί, οφείλει και πρέπει να το κάνει. Είχε την ευκαιρία στο παρελθόν αλλά επέλεξε να την αφήσει για τους λόγους που προβλήθηκαν. Σήμερα είναι η μόνη της ευκαιρία να παραμείνει. Μαζί με την παράταξη

ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ

Monday, May 11, 2015

"Μύρισε θυμάρι κ βασιλικό..."


Καίτοι είναι μάλλον περίεργο να ξεκινά η συζήτηση μας άκρως αυτοαναφορικά και συνεπώς ναρκισσιστικά πρέπει, για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης των πραγμάτων, να συμπληρώσουμε την εξής ερώτηση δίπλα στο τίτλο μας διαστρέφοντας κάπως την κατάφαση του εμβατηρίου: "Μύρισε θυμάρι και βασιλικό. Λάμπει (όντως) το φεγγάρι μεσ' τον ουρανό;". Μπας και το πουλί μας αποδείχτηκε παγώνι και ως τέτοιο συμπεριφέρεται όσο ο πήχης του κι ο μόνος του αυτοσκοπός είναι η πολύκροτη -αλλά τόσο ανούσια πλέον- νίκη στις εκλογές; Αναντίρρητα πουλάδα είναι η ΔΑΠ και στο δικό της οικοσύστημα το μέγεθος μετράει, το υψηλό ή το υψηλότερο και σίγουρα κρίνοντας τη σε αυτό τα προσόντα της είναι πλούσια! Αναρωτιέμαι όμως αν συμβαίνει το ίδιο και με τα ταλέντα της, γιατί σε τελική ανάλυση το μέγεθος μετράει μόνο αν ξέρεις να το χρησιμοποιείς.
Ζήτω την προσοχή σας, μέσα μου καίει ακόμη η φλόγα της δάδας του 2004 έστω κι αν τα όνειρα αυτής της γενιάς -της γενιάς μου- απεδείχθησαν χρήσιμα μόνο ως προσάναμμα στη ψησταριά του Μπαραϊκτάρη και προπομπός των καταστροφικών εννέα μηνών ΓΑΠ που ακολούθησαν. Τα κάρβουνα όμως ακόμα σιγοκαίνε στη θράκα αφήνοντας ανεπούλωτη αυτή τη πληγή, καθώς όπως τον πρώτο σου έρωτα έτσι και το πρώτο πολιτικό σου μετερίζι ποτέ δεν το λησμονείς. Γι'αυτό και νοιώθω πρώτος απ'όλους υπεύθυνος εγώ για ετούτη τη κατάντια· την παντελή απουσία συντηρητικής σκέψης στα ακαδημαϊκά ιδρύματα.  Πάντα βλέπετε με απασχολούσε τούτο το θέμα και προσπαθούσα να το αναδείξω: γιατί η μέηνστρημ φοιτητική δεξιά αν και η πλέον πολυπληθής εκ του εγχώριου (κι όχι μόνο) ανταγωνισμού αδυνατεί, από την εποχή του Χατζηδάκη και μετά, να αρθρώσει πολιτικό λόγο (πλην ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων);

Το πρόβλημα όμως δυστυχώς δεν εξαντλείται στις ενοχές του (κάθε) Μακρή, ούτε βέβαια στην ονείρωξη μίας ιδεολογικής -τάχα- ρεβάνς. Με προβληματισμό διαπιστώνω κάτι σοβαρότερο, πως υπάρχει θέμα επιβίωσης. Βλέπετε στον αντίποδα, όσο η ΔΑΠ ταυτίζετο συστηματικά με τη πρωτιά της νύχτας, τόσο η αριστερά κατακτούσε κομμάτι-κομμάτι τη διανόηση, την οποία κεφαλαιοποίησε εκ των υστέρων με τη παραγωγή στρατευμένων καθηγητών Πανεπιστημίου και εν γένει ανθρώπων του -υποτιθέμενου- πνεύματος. Όσο εμείς πολεμούσαμε με υποβρύχια και λουλουδοπόλεμο ταυτίζοντας τη μεθοδολογία της δαπ με την υποκουλτούρα, τόσο η αριστερά διαιώνιζε την ηγεμονία της παράγοντας στρατευμένες διατριβές αλλοίωσης της ιστορίας και της μνήμης (κυρίως της περιόδου 1922-1949) ενσταλάζοντας στις επόμενες φουρνιές το μαρξιστικό δηλητήριο, την μετά-κομμουνιστική κουλτούρα. Σε αυτό τον πόλεμο χάσαμε παταγωδώς πετώντας λευκή πετσέτα ήδη από τα αποδυτήρια.
Θα είμαι δίκαιος: η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ δεν πέτυχε λίγα. Υπήρξε καταλύτης μιας ολόκληρης σταυροφορίας σύγκρουσης με οργανωμένα συμφέροντα του ακαδημαϊκού χώρου πετυχαίνοντας επιμέρους ουσιαστικά πράγματα και θα ήταν άδικο να τη προσεγγίσουμε μηδενιστικά. Θα ήταν μάταιο να μιλήσουμε για εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των φοιτητικών συλλογικών οργάνων χωρίς να μνημονεύσουμε τους γαλάζιους μαχητές που την επέβαλλαν με πολλή δουλειά στους συλλόγους τους από την Κομοτηνή ως Ρέθυμνο κι από τη Λέσβο ως τη Ζάκυνθο. Το έργο όλων αυτών των παιδιών υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις συγκινησιακό, περιπετειώδες και αξιομνημόνευτο. Συνολικά η παράταξη δε, τις περισσότερες περιπτώσεις κινήθηκε με συνέπεια προς αυτό που εκπροσωπεί καθώς πρώτη έθεσε τα ζητήματα του άρθρου 16, των ΙΔΒΕ, της αξιολόγησης, της αναγνώρισης των πτυχίων ΕΜΠ ως μάστερ κλπ που μόνη της σήκωσε επ' ώμου, ακόμη κι όταν ο φορέας μετρούσε το πολιτικό κόστος.

Θα ήταν καλό όμως παράλληλα να αναγνωρίσουμε επίσης πως αφενός η ματαιοδοξία της εσωτερικής επικράτησης των εκάστοτε "ομαδαρχών" και αφετέρου η ποιότητα επιχειρηματολογίας που τη συνόδευε υπήρξαν οι καταλυτικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τούτη την ανερμάτιστη παραμέληση της διανόησης ως προτεραιότητα μιας πολιτικής οργάνωσης· όπως πάντοτε συμβαίνει, η Ρώμη είχε πέσει εκ των έσω! Υπήρξε τέτοιος ο δελφινισμός στην δαπ (και κατ'επέκταση στην οννεδ) όση και η προφανής ταύτιση των δελφίνων με τους βαρόνους της Νέας Δημοκρατίας ώστε να την αναγκάσει να θέσει και τον ίδιο αντίπαλο -τους "πασόκους"- αρνούμενη σαν αυτιστική να δεχθεί τη πραγματικότητα που συντελείτο γύρω της.
Οι πασόκοι είναι, ήταν και θα είναι το φετίχ του δαπίτη· "το γλέντι του, ναούμε Το οικονομικό να έπεφτε και όλα θα νάταν!" Αστειότητες... Ο εχθρός δεν ήταν η πασοκική νεολαία αλλά το αριστερό παρακράτος που κληροδότησε η πάλαι ποτέ παράταξη του Ρήγα στις φράξιες των ΕΑΑΚ, της Αρ.Εν και της κάθε λογής "πρωτοβουλίας Γένοβα", "Δίκτυο Αλληλεγγύης Εξ-αθλίων" κλπ. Το όπλο αυτών των παρατάξεων και δυστυχώς η ήττα μας απέναντι τους είναι η συστηματοποίηση της παραγωγής διανοουμένων στην οποία εκείνοι επέδειξαν σπουδή κι εμείς όχι. Επενδύουν στο Πανεπιστήμιο μακροπρόθεσμα και βγάζουν μεροκάματο έτσι: πρώτα καταληψίες, ύστερα συνδικαλιστές, μετά διατριβή για τον "Δημοκρατικό Στρατό και την αντίσταση από τους μοναρχοφασίστες" και τέλος μέλη ΔΕΠ που διαιωνίζουν τον ίδιο φαύλο κύκλο.

Αυτή τη φορά λοιπόν, το διακύβευμα δεν είναι μόνον η νίκη καθ’ εαυτή, αλλά η ουσία. Ο κάθε δαπίτης πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν και με σεβασμό απέναντι στις μελλοντικές γενιές πρέπει να προετοιμαστεί για τις μάχες που θα έρθουν. Η χυδαία πλην όμως κενή περιεχομένου συνθηματολογία είναι ανώφελη πλέον. Ας αφήσουμε τα σεξιστικά συνθήματα με τον Τσίπρα και τα ούζα, ας λείψουν για φέτος τα πανηγύρια. Να πανηγυρίσουμε για κάθε σχολή που θα μένει ανοιχτή, για κάθε πρόταση εκσυγχρονισμού του Πανεπιστημίου που θα ψηφίζεται. Ήρθε η ώρα για το ραντεβού της ΔΑΠ με την ιστορία, η οποία κατά τους νόμους του Δαρβίνου καλείται είτε να προσαρμοστεί ή εναλλακτικά να πεθάνει. Η ΔΑΠ όμως για πολλούς είναι ιδέα και οι ιδέες δεν πεθαίνουν όσο ζουν στα μυαλά και πυρώνουν το νου των ανθρώπων. Ας ανασκουμπωθούμε λοιπόν κι ας λάβουμε θέσεις μάχης. Η ιστορία μας περιμένει με το στυλό στα χέρια, ας είμαστε συνεπείς με το ραντεβού μας μαζί της…

Γεώργιος Χρ. Μακρής,

Ιδρυτικό Μέλος Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών

Δικηγόρος Πειραιώς – LLM University of Kent.

Friday, April 17, 2015

Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

  
Χθες πραγματοποιήθηκε η πορεία των μεταλλωρύχων της Χαλκιδικής στο κέντρο της πρωτεύουσας. 4.000 μεταλλωρύχοι κατέβηκαν με λεωφορεία από την άλλη άκρη της Ελλάδας για να ζητήσουν το αυτονόητο. Να συνεχιστεί η επένδυση των μεταλλείων χρυσού και να μη χάσουν τις δουλειές τους. Μια ολόκληρη κοινωνία που ζητάει να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των μελών της.

Μέχρι πριν μερικούς μήνες από τα πρώτα θέματα στα ΜΜΕ ήταν οι καθαρίστριες του ΥΠΟΙΚ που διεκδικούσαν να επαναπροσληφθούν στο υπουργείο. 586 γυναίκες που είχαν χάσει τη θέση τους στο δημόσιο και ζητούσαν να την αποκτήσουν ξανά. Συγκεντρώσεις έξω από τα Υπουργεία, επεισόδια με τα Σώματα Ασφαλείας, εκδηλώσεις αλληλεγγύης από καλλιτέχνες και το κόκκινο γάντι να γίνεται σύμβολο. Για 586 γυναίκες που ζητούσαν το δημόσιο να συνεχίσει να τις πληρώνει.

Χθες πραγματοποιήθηκε και ακόμα μία συγκέντρωση. Είναι αυτή των οικογενειών των θυμάτων της τρομοκρατίας έξω από τη Βουλή, που διαδήλωσαν ειρηνικά και σιωπηλά ενάντια στις ευνοϊκές για την τρομοκρατία ρυθμίσεις στον Ποινικό και το Σωφρονιστικό Κώδικα που επιχειρεί να περάσει η Κυβέρνηση. Άνθρωποι που έχασαν συγγενικά τους πρόσωπα από τη δράση εγκληματιών που σκότωναν στο όνομα ενός υποτιθέμενου αγώνα και μιας άρρωστης ιδεολογίας βλέπουν σήμερα την Πολιτεία να αντιμετωπίζει ευνοϊκά τους υπαίτιους της απώλειας τους και να αρνείται να συνεχίσει την τιμωρία τους. Και κάνουν για αυτό το μόνο πράγμα που μπορούν: Αντιδρούν αξιοπρεπώς.

Πριν μερικούς μήνες, αντιστοίχως, η δημόσια ατζέντα περιστρεφόταν γύρω από τις καταλήψεις δημοσίων κτηρίων, ένα εκ των οποίων ήταν και το Μέγαρο Θεωρητικών Επιστημών της Νομικής Σχολής Αθηνών, τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και την απεργία πείνας του Νίκου Ρωμανού, που με επίφαση το δικαίωμα του στην εκπαίδευση εκδήλωνε με τον τρόπο αυτό την αντίθεσή του στο καθεστώς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όντας αναρχικός. Να υπενθυμίσουμε ότι υπήρξε στενός φίλος του δολοφονηθέντος Αλέξη Γρηγορόπουλου και την ιδιότητα του αυτή επικαλέστηκαν ουκ ολίγες φορές οι υπερασπιστές του.

Η Αριστερά στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες επικαλείται για τον εαυτό της το προνόμιο της ευαισθησίας. Ότι συμπαραστέκεται σε όποιον διεκδικεί και αφουγκράζεται τα προβλήματά του. Οι συγκεκριμένες 4 εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, αν τις αντιμετωπίσει κανείς ως ζευγάρια, είναι απολύτως ενδεικτικές του μεγέθους του ψεύδους της ως προς την «ευαισθησία» της, καθώς καταδεικνύουν πόσο επιλεκτική και περιορισμένη είναι αυτή.

Το πρώτο ζεύγος είναι η διεκδίκηση των μεταλλωρύχων από τη μία και των καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ από την άλλη στην εργασία. Οι μεν πρώτοι ζητάνε την προστασία του κράτους, ώστε να μην επιτραπεί σε μειοψηφίες που ασκούν βία εναντίον τους και αντιτίθενται στην επένδυση να τη ματαιώσουν. Δε ζητούν χρήματα από τον κρατικό κορβανά, να επιβαρύνουν το φορολογούμενο, ούτε οποιαδήποτε ενίσχυση από το κράτος, παρά μόνο την προστασία του για να συνεχίσουν να παράγουν πλούτο και να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους. Οι δε δεύτερες ζητούν να συνεχίσουν να εργάζονται στο δημόσιο και να τις πληρώνει το ελληνικό κράτος, παράγοντας αμφιβόλου αποτελεσματικότητας και σημασίας έργο.

Μεταξύ των δύο, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση, επέλεξε να στηρίξει τις δεύτερες. Στήριξε αυτές που ζητούσαν χρήματα από το κράτος έναντι αυτών που ήθελαν μόνο την προστασία του. Στήριξε το αίτημα για επιπλέον θέσεις εργασίας στο δημόσιο, αλλά στράφηκε εναντίον της διατήρησης των θέσεων στον ιδιωτικό τομέα. Ευαίσθητη Αριστερά για τους εργαζόμενους στο δημόσιο, σκληρή και αδιάφορη για τον ιδιωτικό τομέα, ειδικά όταν αυτός είναι παραγωγικός και αναπτυξιακός κι όχι κρατικοδίαιτος. Πρόθυμη πάντα να στηρίζει διεκδικήσεις έναντι του κράτους με έξοδα του φορολογουμένου, αλλά εχθρική για τις επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα.

Το άλλο ζεύγος είναι τα θύματα της τρομοκρατίας σε σχέση με τα θύματα της κρατικής βίας, δηλαδή οι συγγενείς των θυμάτων της 17Ν και των τρομοκρατικών οργανώσεων απέναντι στο φίλο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση στήριξε αναφανδόν τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις του Νίκου Ρωμανού, με βασικό επιχείρημα την επίδραση που είχε σε αυτόν η δολοφονία του φίλου του από αστυνομικό. Υπήρξε καταπέλτης απέναντι στον αστυνομικό τότε, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία του. Δεν επέδειξε όμως την ίδια τιμωρητική διάθεση και απέναντι στους τρομοκράτες της 17Ν όταν αυτοί συνελήφθησαν, αντιθέτως στελέχη του βρέθηκαν μέχρι και μάρτυρες υπεράσπισής της. Και τη συμπαράστασή του στο Ρωμανό δεν τη δείχνει απέναντι στα θύματα της τρομοκρατίας, αρνούμενος να ικανοποιήσει ακόμα και το πιο αυτονόητο αίτημά τους: Την τιμωρία των δολοφόνων των συγγενών τους.

Όντως η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε πολύ ευαίσθητη απέναντι σε ομάδες με αιτήματα που συμφωνούν με την ιδεολογία της. Υποστήριξε τις καθαρίστριες στον αγώνα για εκμετάλλευση του κρατικού προϋπολογισμού, όπως και το Ρωμανό στον αγώνα για εκμετάλλευση των δικαιωμάτων που παρέχει ένα σύστημα που ο ίδιος πολεμά. Απόλυτη συνέπεια με την αριστερή ιδεολογία σίγουρα, να εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο όλες τις δυνατότητες που σου παρέχει ένα σύστημα το οποίο πολεμάς να ανατρέψεις. Από την άλλη όμως πολέμησε τους μεταλλωρύχους και τα θύματα της τρομοκρατίας. Αυτούς που δε ζητούσαν από το κράτος να τους βοηθήσει αλλά να τους προστατεύσει. Που δε ζητούσαν παροχές σε βάρος των υπολοίπων αλλά να παράγουν πλούτο. Και δεν ήθελαν την εκμετάλλευση των νόμων αλλά την τήρησή τους.


Αυτές τις ομάδες η Αριστερά της ευαισθησίας δε θέλησε να τις στηρίξει. Τις πολέμησε γιατί δεν ταίριαζαν στο όραμά της για τον κόσμο. Η ευαισθησία της Αριστεράς δεν έχει χώρο για όρους όπως η παραγωγή και η αξιοπρέπεια. Μόνο για ιδεοληψίες και «αγώνα». Αγώνα είτε για ανατροπή του καθεστώτος, αν είναι κανείς γνήσιος αριστερός, είτε για εκμετάλλευση του στο μέγιστο βαθμό σε βάρος των υπολοίπων. Ανατροπή του καθεστώτος όταν δε μας ευνοεί, εκμετάλλευσή του όταν συμφέρει την τσέπη μας. Αυτή είναι η ελληνική Αριστερά και με βάση αυτά τα κριτήρια επιλέγει που θα φανεί ευαίσθητη και που όχι.

ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ